Η άρνηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη να ερμηνεύσει το «Σταλιά, Σταλιά» στάθηκε η αφορμή για τη μεγάλη καλλιτεχνική εκτόξευση της Μαρινέλλας. Παρότι ο Γιώργος Ζαμπέτας είχε γράψει τη συγκεκριμένη σύνθεση ειδικά για την «Εθνική Σταρ», η ίδια την απέρριψε με τρόπο που ο δημιουργός χαρακτήρισε αργότερα ως άκομψο, σε συνέντευξή του στη Λιάνα Κανέλλη.
Η Μαρινέλλα, αναγνωρίζοντας αμέσως τη δυναμική του κομματιού, ρώτησε χαρακτηριστικά τον συνθέτη: «Μανίτσα; Να το πω εγώ αυτό το τραγουδάκι; Λέω, “ό,τι γουστάρει η Κίτσα”. Ήταν το χαϊδευτικό που τη λέγαμε εμείς. Κίτσα», είχε διηγηθεί ο Ζαμπέτας. «Μπαίνουμε μέσα και το λέει η Κίτσα με τη μία το τραγούδι. Και έγινε Η Μαρινέλλα με αυτό τραγούδι, το λέω χωρίς να ντρέπομαι και το καυχιέμαι αυτό!», έλεγε ο Ζαμπέτας για το πώς δημιουργήθηκε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ιστορία πίσω από τη δημιουργία ενός ακόμη εμβληματικού τραγουδιού της Μαρινέλλας. Το 1968, κατά την προετοιμασία του εμβληματικού μιούζικαλ «Γοργόνες και Μάγκες», ο Γιάννης Δαλιανίδης αναζητούσε μια δυναμική παρουσία που θα ερμήνευε ζωντανά ένα τραγούδι σε κεντρική σκηνή της ταινίας. Η επιλογή της Μαρινέλλας βρήκε σύμφωνο τον Μίμη Πλέσσα, ο οποίος αρχικά συνέθεσε για εκείνη το μοντέρνο κομμάτι «Πες μου πού πας».
Ωστόσο, η καλλιτεχνική διαίσθηση του Δαλιανίδη τον οδήγησε σε μια διαφορετική απόφαση. Ακούγοντας το αρχικό τραγούδι, ο σκηνοθέτης εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του, ζητώντας κάτι αναπάντεχο, κάτι που θα προκαλούσε «σοκ» στο κοινό και θα ξέφευγε από τα καθιερωμένα. Η απαίτησή του για μια ερμηνεία που θα αιφνιδίαζε τους πάντες οδήγησε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τον Μίμη Πλέσσα στη δημιουργία του «Άνοιξε Πέτρα». Το αποτέλεσμα ήταν ένας μουσικός άθλος που όχι μόνο δικαίωσε τον Δαλιανίδη, αλλά ταυτίστηκε απόλυτα με την καλλιτεχνική ταυτότητα της Μαρινέλλας, μένοντας ανεξίτηλο στην ιστορία του ελληνικού σινεμά.
Όμως η ηχογράφηση του «Άνοιξε Πέτρα» δεν υπήρξε μόνο καλλιτεχνικό, αλλά και ιατρικό επίτευγμα για τη Μαρινέλλα. Με το γύρισμα της σκηνής να προγραμματίζεται σε μόλις δύο εικοσιτετράωρα, η ερμηνεύτρια βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σοβαρό πρόβλημα στις φωνητικές της χορδές που απαιτούσε άμεση χειρουργική επέμβαση. Παρά τις ιατρικές οδηγίες, η Μαρινέλλα μπήκε στο στούντιο λίγο πριν την επέμβαση και ολοκλήρωσε την ηχογράφηση με μία μόνο λήψη, παραδίδοντας μια συγκλονιστική ερμηνεία που έγραψε ιστορία.
Παρά την άμεση απήχηση της ταινίας, το τραγούδι δεν είχε κυκλοφορήσει ταυτόχρονα στη δισκογραφία, γεγονός που προκάλεσε μια απρόσμενη αναστάτωση στην αγορά. Το κοινό, αναζητώντας το κομμάτι στα δισκοπωλεία με τον τίτλο «Η Πέτρα», οδηγούνταν σε λάθος επιλογές.
Όπως είχε αποκαλύψει ο Μίμης Πλέσσας, πολλοί αγόραζαν το τραγούδι της Βίκυς Μοσχολιού «Χάθηκε το φεγγάρι» (λόγω του στίχου «Πέτρα την πέτρα περπατώ»), με αποτέλεσμα η εταιρεία Columbia να μην προλαβαίνει τις επανεκδόσεις του δίσκου της Μοσχολιού, την ώρα που το κοινό αναζητούσε τη φωνή της Μαρινέλλας. Η παρεξήγηση λύθηκε μόνο όταν το 45άρι της Μαρινέλλας έφτασε επιτέλους στα ράφια, σπάζοντας κάθε ρεκόρ πωλήσεων.
Το τραγούδι «Ζωγραφισμένα στο χαρτί» (Η Παριζιάνα, 1969) γεννήθηκε με σκοπό να αναδείξει τη «μοντέρνα» πλευρά της Ελλάδας των late 60s. Ο Μίμης Πλέσσας όπως είχε ο ίδιος διηγηθεί σε συνεντεύξεις του, ήθελε να παντρέψει τον λαϊκό ήχο με την ποπ αισθητική της εποχής.
Η Μαρινέλλα εμφανίζεται στην ταινία με ένα πολύ προχωρημένο για την εποχή στυλ (κοντό μαλλί, έντονο μακιγιάζ), συμβολίζοντας τη μετάβαση από την «παλιά Αθήνα» στον κοσμοπολιτισμό. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε μέσα σε ελάχιστο χρόνο, καθώς η χημεία της Μαρινέλλας με τον Πλέσσα ήταν πλέον τηλεπαθητική.
Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν και οι θρύλοι που βρίσκονται πίσω από δύο ακόμη τραγούδια της Μαρινέλλας. Το πρώτο είναι το «Οι άντρες δεν κλαίνε» που κυκλοφόρησε λίγο μετά τον χωρισμό της από τον Στέλιο Καζαντζίδη. Ως το απόλυτο «εθνικό ζευγάρι» του τραγουδιού, η απόφασή τους να ακολουθήσουν χωριστούς δρόμους προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στην κοινή γνώμη και μονοπώλησε τα πρωτοσέλιδα του Τύπου.
Μετά τη ρήξη, οι πορείες τους υπήρξαν διαμετρικά αντίθετες: Ο Καζαντζίδης επέλεξε μια πιο εσωστρεφή διαδρομή μακριά από τη νύχτα, ενώ η Μαρινέλλα κινήθηκε προς μια δυναμική σόλο καριέρα, διεκδικώντας την καλλιτεχνική της αυτονομία.
Σημαντικός σταθμός σε αυτή τη νέα αφετηρία υπήρξε το 1968, όταν η ερμηνεύτρια κυκλοφόρησε έναν δίσκο 45 στροφών με υπογραφές των Γιώργου Κατσαρού και Πυθαγόρα. Τα τραγούδια «Συννεφιασμένο χάραμα» και, κυρίως, το «Οι άντρες δεν κλαίνε», βρέθηκαν στο επίκεντρο συζητήσεων. Η κοινή γνώμη και ο Τύπος της εποχής ερμήνευσαν το δεύτερο ως μια έμμεση πλην σαφή «αιχμή» της τραγουδίστριας προς τον πρώην σύντροφό της, προσδίδοντας στο κομμάτι μια επιπλέον σημειολογία που ενίσχυσε τη δημοτικότητά του.
Το δεύτερο τραγούδι που συνδέεται με έναν άλλο μεγάλο έρωτα της Μαρινέλλας είναι το «Εγώ κι εσύ», ένα ντουέτο-σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Ένα από τα πλέον εμβληματικά κεφάλαια στη διαδρομή της Μαρινέλλας υπήρξε η καλλιτεχνική και προσωπική της συνύπαρξη με τον Τόλη Βοσκόπουλο. Κορυφαία στιγμή αυτής της περιόδου αποτέλεσε το τραγούδι «Εγώ κι εσύ» (ευρύτερα γνωστό ως «Τα λόγια είναι περιττά»), το οποίο κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1974.
Η κυκλοφορία του τραγουδιού συνέπεσε με την πρώτη επέτειο του γάμου τους, λειτουργώντας ως ένας δημόσιος καλλιτεχνικός εορτασμός της σχέσης των δύο κορυφαίων ερμηνευτών. Σε σύνθεση του ίδιου του Τόλη Βοσκόπουλου και στίχους του Μίμη Θειόπουλου, το ντουέτο ξεπέρασε τα στενά όρια μιας ερωτικής μπαλάντας, εξελισσόμενο σε ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά φαινόμενα της δεκαετίας του ’70.
Η τεράστια αποδοχή του κομματιού δεν ενίσχυσε μόνο τη δημοτικότητα του ζευγαριού, αλλά προσέδωσε στη Μαρινέλλα μια νέα δυναμική στο εγχώριο στερέωμα, επιβεβαιώνοντας την ικανότητά της να κυριαρχεί σε κάθε μουσικό είδος με το οποίο καταπιανόταν. Το «Εγώ κι εσύ» παραμένει μέχρι σήμερα το απόλυτο σημείο αναφοράς για τις μουσικές συνεργασίες της περιόδου εκείνης.

