Με αφορμή τη βιογραφία της μεγάλης κυρίας του ελληνικού τραγουδιού ο Γιάννης Ξανθούλης είχε μιλήσει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής γι αυτή μοναδική συνύπαρξη.
Διαβάστε τι μας είχε πει:
Γράφοντας τη βιογραφία της Μαρινέλλας ποιο ήταν το κύριο μέλημα σας;
Να μην παρασυρθώ από τη γοητεία της «μαρινελλικής μυθολογίας», όπως τουλάχιστον αυτή υπάρχει εδώ και εξήντα επτά χρόνια. Έπρεπε να δω αντικειμενικά μια γυναίκα-φαινόμενο με τα καλά και τις αντιφάσεις της. Γνωριζόμασταν μεταξύ μας πολύ καιρό, όμως έπρεπε να παίξω ως ένα βαθμό τον εισαγγελέα. Έστω και στο πιο χαλαρό.
Πρόκειται για μια σταρ του ελληνικού τραγουδιού, εξαιρετικά δημοφιλή και αγαπητή. Πως διαχειρίζεται ένας συγγραφέας, βιογράφος μια σταρ;
Είχα ξεκαθαρίσει από την αρχή πως δεν θα έγραφα μια βιογραφία, αλλά ένα χρονικό της πορείας της με δικούς μου σχολιασμούς. Για τη Μαρινέλλα έμμεσα γράφτηκαν πολλά. Ακόμη και οι βιογραφίες του Καζαντζίδη δίνουν πληροφορίες για την κοινή τους ζωή. Εμένα με ενδιέφερε η συμπεριφορά της εντός του πλαισίου της εποχής κατά την οποία ξεκινούσε την καριέρα της.
Πως αποφύγατε τον σκόπελο να γράψετε μια …αγιογραφία όπως συμβαίνει συχνά στις βιογραφίες;
Αγιογράφος δεν θα γινόμουν ποτέ, ίσως γιατί δεν είμαι a priori λάτρης του είδους τραγουδιού που υπηρέτησε η Μαρινέλλα. Ως βάση της προσέγγισής μου είχα το ότι η ίδια ήταν πολύ πιο πάνω από τα τραγούδια της, ανεξάρτητα από το ποια μου άρεσαν λιγότερο ή περισσότερο. Βρισκόμουν σταθερά αντιμέτωπος με τη Μαρινέλλα-τραγουδίστρια γιατί με ενδιέφερε πρωτίστως ως ερμηνεύτρια. Δηλαδή, την προσέγγισα ως μια γυναίκα που διοχέτευσε ένα ξεχωριστό ήθος και πάθος, ακόμη και στα πιο κοινότοπα κομμάτια.
Συναντιόσασταν μεσημέρι για να κάνετε τις συζητήσεις σας, για να μιλήσετε για τις νύχτες που έγιναν μεσημέρια. Σε αυτές τις συναντήσεις έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις και ποιες;
Ερχόταν ως τραγουδίστρια, όπως όλοι όσοι κάνουν αυτή τη δουλειά τη νύχτα. Όμως κουβαλούσε μέσα της ένα δυνατό φως μεσημεριού. Μπορώ να πω ότι ποτέ δεν άφησε το σκοτάδι, με τα όποια πλεονεκτήματά του, να την καταπιεί. Για αυτό και σώθηκε. Γιατί ξέρει να εκτιμά τη νύχτα, αλλά και τα μεσημέρια.
Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά θα λέγατε της Μαρινέλλας;
Η γενναιότητα με την οποία δίνει τις μάχες της με το χρόνο, η αναμφισβήτητη τελειομανία της και η μοναδική θεατρικότητα στην ερμηνεία. Και βέβαια το απαράμιλλο πείσμα σε όλες της τις ενέργειες. Η Μαρινέλλα συνεργάζεται τέλεια με τον εαυτό της. Αυτό είναι το σωστότερο.
Υπήρξαν δύσκολες διηγήσεις από την πλευρά της, δάκρυα συγκινήσεις, κομμάτια που έπρεπε να μείνουν μεταξύ σας και να μην μπουν στο βιβλίο;
Οτιδήποτε άγγιζε τα όρια της αδιακρισίας και του κουτσομπολιού δεν με ενδιέφερε. Υποθέτω πως κάποιοι θα αναζητούσαν τέτοιες λεπτομέρειες. Στις τόσες συναντήσεις μας ειπώθηκαν, όπως είναι φυσικό, και πολύ προσωπικά πράγματα. Κράτησα αυτά που έπρεπε. Εξάλλου ούτε η ίδια ήθελε να περάσουμε τις λεπτές κόκκινες γραμμές των σχολίων.
Μέσα στη βιογραφία περνά και ένα κομμάτι της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού. Σημαντικοί επίσης άνθρωποι της ελληνικής μουσικής, που είναι εν ζωή, ή όχι, αναφέρονται στις σελίδες του. Όταν η πληροφορία δια στόματος Μαρινέλλας ακουμπούσε και σε άλλους σημαντικούς ανθρώπους πως την διαχειριζόσασταν;
Η Μαρινέλλα διακονεί το ελληνικό τραγούδι από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, αφότου έγινε μουσικό ζευγάρι με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Συνεργάστηκε με όλο το «βαρύ πυροβολικό» του λαϊκού και του ρεμπέτικου, περνώντας σιγά σιγά σε άλλα επίπεδα, όπως στις συνεργασίες της με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι. Αργότερα ως σολίστ συνάντησε και νεότερους, πιο σύγχρονους, σημαντικούς συνθέτες, φτάνοντας στον μεγάλο σταθμό της καριέρας της, το «Ρεσιτάλ», τον τριπλό δίσκο που έκανε με τον Κώστα Χατζή. Προσωπικά θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική τη συνάντησή της με τον Σταμάτη Κραουνάκη, με αφορμή το σήριαλ Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, που βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο μου, αλλά και τη συγκλονιστική ερμηνεία της στη Σονάτα του σεληνόφωτος του Γιάννη Ρίτσου, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου. Καταλαβαίνετε πως η πολυσήμαντη διαδρομή της έχει να πει πολλά…
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η αφήγηση και πληθωρική, καθώς συμπεριλαμβάνει και δικές σας απόψεις και πληροφορίες. Συχνά σημειώνετε το «ελάττωμα» σας, όπως λέτε, να αναφέρετε και άλλα στοιχεία και απόψεις δικές σας. Χρειάστηκε να κάνετε λίγο ας πούμε αυτοσυγκράτηση και «αυτολογοκρισία» γράφοντας;
Δεν θα μπορούσα να γράψω το συγκεκριμένο βιβλίο αν δεν υπήρχα κι εγώ μέσα – έστω και σαν αιρετικός παρατηρητής. Ανακαλώ δικά μου βιώματα, παράλληλα με τα δικά της. Εξάλλου και οι δυο μας έχουμε προσφυγική καταγωγή, είμαστε βορειοελλαδίτες…
Συχνά αναφέρετε τι τρώτε στις συναντήσεις σας, τις φακές με το αστρονομικό αμπαλάζ, τα λαδερά φασολάκια, κλπ Το κείμενο μεταφέρει τελικά γεύσεις ζωής;
Το βιβλίο χρωστά πολλά στα μεσημεριανά μας συμπόσια. Τα όσπρια, τα λαδερά, τα ψάρια και γενικά η «μεσογειακή διατροφή» πρωταγωνίστησαν στην περιπέτειά μας. Φανταστείτε τι πάθαιναν οι διαβάτες στον δρόμο που μένω, όταν έβλεπαν μια κυρία, που θύμιζε τη Μαρινέλλα, να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο με ταψιά και κατσαρόλες στα χέρια. Έφερνε εκείνη τα δικά της, αλλά προσθέταμε κι εμείς τα δικά μας: απαραιτήτως ένα συγκεκριμένο λευκό κρασί –αν και εγώ προτιμώ το κόκκινο– και πολλά λεμόνια. Όπως γράφω κάπου «…Η Μαρινέλλα βάζει λεμόνι και… στο λεμόνι».
Τελικά αυτό το βιβλίο είναι βιογραφία της Μαρινέλλας, είναι μυθιστορηματική βιογραφία, ή μυθιστόρημα δικό σας;
Είναι ένα δικό μου βιβλίο για μια υπερφωτισμένη προσωπικότητα. Αυτό που έκανα ήταν να τη γνωρίσω –και μαζί μου και οι αναγνώστες– σε έναν άλλο φωτισμό, πιο αληθινό. Τουλάχιστον αυτή ήταν η πρόθεσή μου.
Μείνατε ιδιαίτερα στο βιβλίο στην τηλεοπτική σας συνάντηση με τη Μαρινέλλα μέσα από το «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες», κάτι που κάνατε συνειδητά όπως γράφετε. Τι ήταν για σας αυτή η «μελισσοκομική εκδρομή»;
Το 1998 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες. Θέμα του, σε μια ατμόσφαιρα θρίλερ, οι περιπέτειες ενός θιάσου-μπουλουκιού στα τέλη της ταραγμένης δεκαετίας του σαράντα. Θιασάρχισσα είναι μια αυστηρή γυναίκα, η Μαρίκα Σουέζ, που συνήθως δίνει παραστάσεις σε λουτροπόλεις με ιαματικά νερά, ρημαγμένες λόγω του πολέμου. Ωστόσο, ο κοσμάκης πήγαινε στις λουτροπόλεις αυτές για να βρει την υγειά του. Ο αείμνηστος Κώστας Κουτσομύτης το μετέφερε στη μικρή οθόνη το 1999 και, σε μια τυχαία μας συνάντηση, με τη Μαρινέλλα αποφασίσαμε πως αυτή έπρεπε να είναι η… τσαούσα μπουλουκτσού Μαρίκα. Η Μαρινέλλα δέχτηκε και τα πράγματα πήραν τη σειρά τους. Μαζί με ένα πλήθος σπουδαίων ηθοποιών, κάναμε γυρίσματα από την Αιδηψό μέχρι τα Μέθανα και από την Αριδαία, ψηλά στη Μακεδονία, ως την Καστοριά. Ήταν ένα αλησμόνητο ταξίδι για όλους μας. Κι έτσι έμεινε στις μνήμες μας, ως μια σπέσιαλ «μελισσοκομική εκδρομή».

