Λίγο πριν παρακολουθήσω “Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι”, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγιοπετρίτη Μπόγδανου, η Νάντια Κοντογεώργη μού ανέφερε πως πρόκειται για “πειραγμένη” εκδοχή του έργου. Η φαντασία μου πήρε φωτιά. Νόμιζα πως θα έβλεπα άλλη μια απόπειρα εκμοντερνισμού του έργου, που απλώς εμπνέεται χαλαρά από το πρωτότυπο, σε σημείο που να μη θυμίζει σχεδόν τίποτα από τον μύθο του. Κι όμως, πρόκειται για μια παράσταση που έχει χειριστεί με τόσο σεβασμό, μελέτη και φροντίδα τον Ντόριαν Γκρέι και τη διαχρονικότητα της γραφής του Ουάιλντ, που είναι και η πρώτη η οποία άγγιξε, για μένα, την απόλυτη ουσία του.

ΑΜΑΛΙΑ ΓΙΑΝΝΙΚΟΥ: Νάντια, ήσουν η κινητήρια δύναμη στην επιλογή αυτού του έργου. Τί ήταν αυτό που σε τράβηξε σε αυτήν την ιστορία, ειπωμένη με τον συγκεκριμένο τρόπο;
ΝΑΝΤΙΑ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΗ: Ένα κλασικό έργο που μιλά για την παγίδα της εικόνας και το βλέμμα (απέ)στραμμένο στη συνείδηση, σ’ έναν κόσμο που παλεύει με τους καθρέφτες και του εαυτού και της εικόνας του, αποδίδεται σκηνικά για πρώτη φορά από μια γυναίκα ηθοποιό, η οποία μέσα από οθόνες και ζωντανή διάδραση, αφηγείται την ιστορία και καταλήγει να είναι ένα με όλους τους ρόλους. Από μόνο του, είναι ιδιοφυές ως σύλληψη.
Γιατί εδώ αυτός ο νέος αφηγηματικός τρόπος υπηρετεί και την ιστορία και την εποχή μας. Φυσικά με γοήτευσε η πρόκληση των 26 ρόλων, δεν είναι κάτι που έχω κάνει ξανά στην πορεία μου. Να επισημάνω εδώ πως αυτή η παραγωγή είναι η πρώτη εκτός Broadway και West End παγκοσμίως, όμως σημαντικότερος παράγοντας για εμένα ήταν αυτή η σύμπτωση της σημαντικής ιστορίας του Όσκαρ Ουάιλντ, που λειτουργεί ως καθρέφτης στην εποχή μας, και του τρόπου που συνέλαβε ο Κιπ Ουίλιαμς να αποδοθεί. Με ενδιαφέρει όσο μεγαλώνω μέσα στο θέατρο, να επιλέγω έργα για να συνομιλώ πιο ενεργητικά με το κοινό.
ΑΜΑΛΙΑ ΓΙΑΝΝΙΚΟΥ: Δημήτρη, ποιά ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση και πιο το μεγαλύτερο “δώρο” που σου έφερε η σκηνοθεσία αυτής της παράστασης;
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΙΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ: Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να φτιάξουμε ένα σύμπαν εύθραυστο και επικίνδυνα όμορφο, μέσα σε μια πραγματικότητα που σπάνια είναι γενναιόδωρη με το θέατρο. Να μη συμβιβαστούμε. Να μη μικρύνουμε το όνειρο. Όσο για το μεγαλύτερο δώρο ήταν ότι, δουλεύοντας πάνω στον Όσκαρ Ουάιλντ, αναγκαστήκαμε να κοιτάξουμε ξανά τη σχέση μας με την εικόνα, τη ματαιοδοξία και τον φόβο της φθοράς — όχι θεωρητικά, αλλά προσωπικά. Και μέσα από την ευλογημένη συνεργασία με τη Νάντια, αυτά τα ερωτήματα πήραν σώμα, φωνή και ρίσκο. Δεν έμειναν ιδέες. Έγιναν εμπειρία.
Δεν ξεκινήσαμε από το “πώς πρέπει να μοιάζει”. Ξεκινήσαμε από το “πώς πρέπει να σε κάνει να νιώθεις”. Θέλαμε ο θεατής να μπαίνει σε έναν κόσμο που στην αρχή τον σαγηνεύει — και λίγο αργότερα τον ανησυχεί. Έναν κόσμο που μοιάζει παραμύθι, αλλά κρύβει ρωγμές. Όπως και ο ίδιος ο Ντόριαν. Όπως πάντα, ξεκινώ μοιράζοντας ένα βασικό όραμα, μια πρώτη πυξίδα. Με την ομάδα δουλέψαμε σαν να συνθέτουμε ένα όνειρο όπου η εικόνα γίνεται αφήγηση και σχόλιο ταυτόχρονα. Οι μεταμορφώσεις της Νάντιας έγιναν ο βασικός αφηγητής αυτής της ιστορίας — κάθε αλλαγή και μια αποκάλυψη.

Α.Γ.: Στην παράσταση υποδύεσαι 26 διαφορετικούς χαρακτήρες. Ποιός ή ποιοί είναι οι αγαπημένοι σου, Νάντια, και γιατί;
Ν.Κ.: Λοιπόν, αυτό μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Τους αγάπησα όλους! Γιατί στη δουλειά που κάναμε με τον Δημήτρη, αιτιολογήσαμε τις ιστορίες του καθένα ξεχωριστά και τους κατανόησα. Πώς να μην αγαπάς αυτό που μπορείς να το καταλάβεις και να το χωρέσεις ;
Α.Γ.: Με ποιά λογική αποφασίσατε με την ομάδα σας για την αισθητική του έργου, Δημήτρη; Tί κρατήσατε από την εποχή και τί αποφασίσατε να φέρετε στο σήμερα;
Δ.Α.ΜΠ.: Κρατήσαμε την εμμονή με το ωραίο. Την ανάγκη να δείχνουμε “τέλειοι”, ενώ μέσα μας καταρρέουμε. Αυτό δεν άλλαξε ποτέ. Αυτό που φέραμε στο σήμερα είναι η ταχύτητα, η έκθεση, η υπερβολή. Σήμερα δεν κρύβουμε τις εμμονές μας — τις ανεβάζουμε. Δεν τις ψιθυρίζουμε — τις κάνουμε stories. Δεν μας ενδιέφερε μια νοσταλγική αναπαράσταση του παρελθόντος. Θέλαμε το έργο να λειτουργεί σαν καθρέφτης: να βλέπεις τον Ντόριαν και, χωρίς να το καταλάβεις, να αναγνωρίζεις στις οθόνες το δικό σου αβαταρ.
Α.Γ.: Ντόριαν Γκρέι και Λόρδος Χένρι: πώς ακροβατείς, σαν ηθοποιός και σαν “Νάντια”, ανάμεσα στο καλό και το κακό που κρύβεται μέσα σε όλους μας, ειδικά στους πιο ενδιαφέροντες ήρωες;
Ν.Κ.: Ο Ντοριαν λέει “καθένας μας κουβαλάει και τον παράδεισο και την κόλαση” και θα συμφωνήσω . Αν κάτι μας μαθαίνει το θέατρο είναι να αποδεχόμαστε τα χρώματα που φοβόμαστε να δούμε στην ψυχή μας. Το πορτρέτο κατάματα όσο μπορούμε!

Α.Γ.: Η επιλογή να ενσαρκώσει γυναίκα τον Ντόριαν Γκρέι (και όλους τους υπόλοιπους ρόλους) προσδίδει έναν ενδιαφέροντα, ανδρόγυνο τόνο στο έργο, που νομίζω πως δεν είναι μόνο αισθητικός. Είναι κάποιο έμμεσο σχόλιο στην σεξουαλικότητα του Όσκαρ Ουάιλντ και σε στοιχεία των χαρακτήρων που δεν μπορούσαν να ειπωθούν τότε;
Δ.Α.ΜΠ.: Ναι, αλλά όχι μόνο. Η επιλογή αυτή ανοίγει έναν χώρο όπου το φύλο, η επιθυμία και η ταυτότητα δεν είναι δεδομένα — είναι ρευστά, αμφίβολα, υπό διαπραγμάτευση. Όπως ακριβώς και στον ίδιο τον κόσμο του έργου. Ο Ουάιλντ έγραψε ένα βιβλίο γεμάτο υπόγεια πάθη και σιωπές. Εμείς αποφασίσαμε να μην τις κρατήσουμε υπόγειες. Όχι για να προκαλέσουμε, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς. Μια γυναίκα που ενσαρκώνει όλους τους ρόλους δεν “παίζει” απλώς τον Ντόριαν. Γίνεται ο καθρέφτης όλων των εκδοχών του: του εύθραυστου, του σαγηνευτικού, του σκοτεινού, του τρομακτικά οικείου. Και τελικά θέτει ένα ερώτημα: πόσο αντέχουμε να δούμε τον εαυτό μας χωρίς φίλτρα;
και στο ticketservices.grhttps://w
