Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας, μιλώντας για το τραγικό περιστατικό, στάθηκε πρωτίστως στην ανθρώπινη διάσταση της υπόθεσης, επισημαίνοντας ότι «δεν έχουμε απλά μία γυναικοκτονία, έχουμε μία ανθρωποκτονία. Η γυναίκα δεν παύει να είναι άνθρωπος, έστω κι αν είναι γυναίκα. Και η έννοια του ανθρώπου έχει πολύ μεγάλη αξία, και πνευματική και κοινωνική. Αυτό το προβληματικό περιβάλλον της κοινωνίας, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί έχει αποδείξει ότι υποδεικνύει μία απαξία στην ίδια τη ζωή. Δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή, ενδιαφέρεται για το θάνατο.»
Πιστεύουν οι άνθρωποι,, λανθασμένα βέβαια, αλλά αυτό πιστεύουν και αυτό εξωτερικεύουν, ότι ο θάνατος είναι μία λύση. Μία λύση όμως η οποία δυστυχώς δημιουργεί επιπλέον προβλήματα. Και μετακυλίονται τα προβλήματα αυτά μέσα στο κοινωνικό σύνολο δημιουργούν λανθασμένα πρότυπα, λανθασμένα μοντέλα κοινωνίας με αποτέλεσμα να θεωρούμε ότι η ζωή θεωρείται από τον άνθρωπο ατομικιστικά. Ζω εγώ και δεν με ενδιαφέρει αν θα ζήσουν ή πως ζουν οι άλλοι. Όπως ανέφερε, η αυξανόμενη βία που καταγράφεται στην κοινωνία συνδέεται με μια γενικότερη απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και των αξιών που στηρίζουν τη συνύπαρξη των ανθρώπων. «Η έννοια της βίας είναι η γενεσιουργός αιτία αυτής της βίας είναι ότι ο άνθρωπος κινείται μόνος μέσα σε αυτό το κοινωνικό σύνολο. Δεν τον ενδιαφέρει ο διπλανός του. Δεν τον ενδιαφέρει τι σημαίνει συμβίωση. Δεν τον ενδιαφέρει τι σημαίνει συνύπαρξη. Με αποτέλεσμα να βλέπουμε τον άλλον ως εχθρό. Ως εχθρό από τον οποίον κινδυνεύουμε μέσα σε εισαγωγικά και αυτό μας κάνει να συμπεριφερόμεθα με ένα βίαιο τρόπο ώστε να αμυνθούμε και αυτή η άμυνα είναι πολλές φορές που οδηγεί στην κατάσταση του φόνου, μιας φονικής βίας.»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ενδοοικογενειακή βία, σημειώνοντας ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο με σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στα ζευγάρια αλλά και στα παιδιά, τα οποία βιώνουν τις συνέπειες ενός ασταθούς οικογενειακού περιβάλλοντος.
Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας υπογράμμισε ότι τα προβλήματα στις σχέσεις δεν μπορούν να επιλυθούν με βίαιους τρόπους, αλλά μέσα από τον διάλογο και την αμοιβαία κατανόηση. «Τα ζητήματα των σχέσεων δεν λύνονται με τρόπους και μεθόδους που δρουν καταλυτικά για τη ζωή. Ο διάλογος είναι ο καλύτερος τρόπος να μπορέσουν να λυθούν αυτά τα προβλήματα», ανέφερε.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με αντιλήψεις περί υποταγής της γυναίκας και πατριαρχικών προτύπων, ξεκαθάρισε ότι η Εκκλησία προτάσσει τη σχέση ισοτιμίας μεταξύ των συζύγων. «Αυτό που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των συζύγων είναι μία ισόρροπη σχέση καλλιεργημένη στο επίπεδο της αγάπης και της ελευθερίας, της αποδοχής και του σεβασμού», σημείωσε. Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη έγκαιρης αναζήτησης βοήθειας από ειδικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και άλλους επιστήμονες, όταν μια οικογένεια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Όπως είπε, η σιωπή και η αδιαφορία δεν αποτελούν λύση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι μια κατάσταση οδηγείται σε αδιέξοδο. «Εάν δε σε αυτή τη σχέση των συζύγων υπάρχουν και παιδιά τότε νομίζω ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά τότε πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι ό,τι κάνουν μέσα στην οικογένειά τους μέσα στη σχέση τους πρέπει να βάζουν επιπλέον ένα παράγοντα που λέγονται παιδιά και τα οποία πρέπει να σκέπτονται τι πρότυπα δημιουργούν αυτοί οι ίδιοι στα παιδιά τους πως τα παιδιά τους αυτά μεγαλώνουν, τι εικόνες δημιουργούν μέσα τους και ποια θα είναι η δική του στάση, των παιδιών δηλαδή ως αυριανών πολιτών αλλά και συζύγων και γονέων, λένε οι παιδοψυχολόγοι, λένε οι παιδοψυχίατροι, λένε οι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με την ψυχολογία των σχέσεων ότι ποτέ μπροστά στα παιδιά δεν τσακωνόμαστε ποτέ μπροστά στα παιδιά δεν δίνουμε τη δυνατότητα να καταλάβουν ότι μεταξύ του πατέρα και της μητέρας, του μπαμπά και της μαμάς υπάρχει κάποιο πρόβλημα διότι δημιουργεί πρόβλημα αυτό στην ανάπτυξη, στην ισορροπημένη και υγιή ανάπτυξη των παιδιών δεν λέω ότι μέσα σε μία σχέση συζύγων δεν θα υπάρχουν προβλήματα αλίμονο, τότε αυτό δεν θα ήταν ζωή, δεν θα ήταν μια πραγματικότητα θα φτιάχναμε μια ιδανική μορφή σχέσεως και θα ζούσαμε σε ένα ψέμα προβλήματα υπάρχουν και θα υπάρχουν, αλλά δεν αντιμετωπίζονται με τη βία αντιμετωπίζονται με τη συγκατάβαση, την κατανόηση, το διάλογο και πολλές φορές την υποχωρητικότητα που μπορεί να είναι και θυσία κάποιων πραγμάτων αλλά το βασικό από όλα είναι ότι οι σύζυγοι και προπαντός οι σύζυγοι γονείς πρέπει να συζητούν μεταξύ τους, να συζητούν, όχι να καυγαδίζουν να συζητούν και όχι να ασκούν βία ο ένας τον άλλο σε αυτό αν δεν μπορούν να βρουν αυτή την ισορροπία της σχέσεως υπάρχουν δυνατότητες σήμερα μέσω των κοινωνικών λειτουργών μέσω των ψυχαναλυτών, μέσω των ψυχιάτρων αλλά ακόμα και μέσα από των πνευματικών κληρικών της Εκκλησίας μας να μπορούν να βρουν τον τρόπο με τον οποίο τελικά θα ισορροπήσουν»
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος εξέφρασε τον προβληματισμό του για την αύξηση των περιστατικών βίας στην κοινωνία, τονίζοντας ότι «όταν απαξιώνουμε τη ζωή των ανθρώπων, τότε καταστρέφουμε και την ίδια την κοινωνία». Παράλληλα, έστειλε μήνυμα αισιοδοξίας και ευθύνης, επισημαίνοντας πως «η αγάπη, ο σεβασμός και η έμπρακτη συμπαράσταση στον συνάνθρωπο είναι το αντίδοτο απέναντι σε αυτά τα τραγικά φαινόμενα», ενώ υπογράμμισε ότι απαιτείται συλλογική προσπάθεια, «πάρα πολύ μεγάλος αγώνας για να μπορέσουμε να πετύχουμε ώστε να γυρίσει ο ήλιος και να επικρατήσει όχι η βία αλλά η ζωή».
