Συγκεκριμένα, το υπουργείο Πολιτισμού διά της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών προχωρά σε εργασίες αναδιαμόρφωσης του εκδοτηρίου της κεντρικής εισόδου του αρχαιολογικού χώρου Ακρόπολης και Κλιτύων, προκειμένου να υποστηρίξει τον αναγκαίο ψηφιακό εξοπλισμό για το έργο του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Αρχαιολογικών Πόρων.
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Ε.Τ.», έως τα τέλη Φεβρουαρίου αναμένεται να ολοκληρωθεί ο εκσυγχρονισμός του υφιστάμενου εκδοτηρίου και να παραδοθούν στο κοινό πέντε αυτόματοι σταθμοί πληρωμής (Paypods), εκ των οποίων τρεις στο κεντρικό εκδοτήριο και δύο στο εκδοτήριο της Νότιας Κλιτύος. Παράλληλα, ξεκινούν έργα ανάδειξης των σωζόμενων τμημάτων του αμυντικού τείχους της αρχαίας Αθήνας, του Διατείχισματος στους Δυτικούς Λόφους της Ακρόπολης, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της οχυρωματικής δραστηριότητας της πόλης, καλύπτοντας περίπου δεκαπέντε αιώνες Ιστορίας, συνδέοντας τον λόφο των Μουσών (Φιλοπάππου) με τον λόφο των Νυμφών (Αστεροσκοπείου) κι ενώνοντας επί της ουσίας δύο σημεία της περιφέρειας του Θεμιστόκλειου τείχους (479 π.Χ.).

«Μετά τα εγκαίνια του νέου πωλητηρίου στον αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης, την αναβάθμιση του πλατώματος του Αρείου Πάγου και την απόδοση στο κοινό μιας νέας διαδρομής περιήγησης κατά μήκος της Βόρειας Κλιτύος, αλλά και τα εν εξελίξει έργα αποκατάστασης στο Παλαιό Μουσείο και στο μυκηναϊκό τείχος, στο ανατολικό πλάτωμα, συνεχίζουμε με συστηματικό ρυθμό τα έργα ανάδειξης και αναβάθμισης στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο της Ακρόπολης», σημείωσε η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, και τόνισε ότι με χρηματοδότηση του ΟΔΑΠ η Εφορεία Αρχαιοτήτων προχωρά σε εργασίες ψηφιακής αναβάθμισης του εκδοτηρίου εισιτηρίων στην κεντρική πύλη της Ακρόπολης, ώστε να παρέχονται στους επισκέπτες σύγχρονες και ποιοτικές υπηρεσίες.
Οι προτεινόμενες εργασίες διαμόρφωσης του υφιστάμενου εκδοτηρίου της Ακρόπολης περιλαμβάνουν περιορισμένες επεμβάσεις, με στόχο τη βελτίωση των προσφερόμενων υπηρεσιών στους επισκέπτες και των συνθηκών εργασίας του προσωπικού. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η εγκατάσταση πέντε αυτόματων σταθμών πληρωμής, τρεις για το κεντρικό εκδοτήριο και δύο για το εκδοτήριο στη Νότια Κλιτύ. Επίσης, προτείνεται η αναδιάταξη του εκδοτηρίου με τέσσερις θέσεις εξυπηρέτησης (μία για ΑμεΑ) των επισκεπτών. Στις εργασίες περιλαμβάνεται και η κατασκευή νέου πάγκου με μεταλλικό σκελετό και η τοποθέτηση μεταλλικού σκιάστρου, εσωτερικές διαρρυθμίσεις, επέκταση του υπερυψωμένου δαπέδου και κατασκευή ράμπας ΑμεΑ για καλύτερη πρόσβαση και νέα ηλεκτρολογική εγκατάσταση.

Παρεμβάσεις για την ανάδειξη του Διατειχίσματος
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Ε.Τ.», πρόκειται για μια ιδιαίτερα ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη μελέτη προστασίας και ανάδειξης του μνημείου, η οποία προβλέπει τη στερέωση και, όπου απαιτείται, τη συμπλήρωση σωζόμενων τμημάτων του τείχους. Οι παρεμβάσεις αφορούν επιμέρους τμήματα του μνημείου, ώστε το Διατείχισμα να αποκτήσει ενιαία αναγνωσιμότητα στο τοπίο.
Το Διατείχισμα εκτείνεται σε μήκος περίπου 900 μέτρων κατά μήκος της κορυφογραμμής των Δυτικών Λόφων της Ακρόπολης και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα αμυντικής αρχιτεκτονικής της αρχαίας Αθήνας. Από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως το τέλος της αρχαιότητας υπέστη επισκευές και μετατροπές, αποτελώντας χαρακτηριστικό δείγμα αμυντικής αρχιτεκτονικής.
Η πρώτη κατασκευαστική φάση, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., χαρακτηρίζεται από την έμπλεκτη τεχνική με χρήση κροκαλοπαγούς λίθου και συνδέεται με γενικότερες επισκευές των τειχών του άστεως, του Πειραιά και των Μακρών Τειχών. Στη μέση ελληνιστική περίοδο (200–166 π.Χ.) πραγματοποιήθηκαν σημαντικές επεμβάσεις με εκτεταμένες επισκευές και προσθήκες από λευκό πωρόλιθο, ενώ η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η μετατόπιση του τείχους προς τα δυτικά, στην περιοχή της Πνύκας, δημιουργώντας νέο δυτικό όριο της πόλης. Παρεμβάσεις καταγράφονται και στην ύστερη ελληνιστική περίοδο, μετά την επιδρομή του Σύλλα το 86 π.Χ., καθώς και κατά τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ. και στα χρόνια του Βαλεριανού (253–260 μ.Χ.). Μετά την επιδρομή των Ερούλων, το 267 μ.Χ., και τις καταστροφές στο Δίπυλο, το Διατείχισμα εγκαταλείφθηκε, ωστόσο κατά την εποχή του Ιουστινιανού έγιναν εκτεταμένες επισκευές.
Στους νεότερους χρόνους, επεμβάσεις των δεκαετιών του ’50 και ’80 αλλοίωσαν το τοπίο, ενώ από τις αρχές του 2000 ξεκίνησε σταδιακά η αποκατάσταση και ανάδειξή του στο πλαίσιο της ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων Αθηνών.