«Είναι σημαντικό να βάλουμε στην καρδιά της συζήτησης το πολυδιάστατο έργο που μπορεί να γίνει μέσα στο σχολείο: να μάθει το παιδί να πιάνει την εφημερίδα, να διακρίνει την αρθρογραφία από τη δημοσιογραφία, να συνθέτει πηγές και να παράξει το ίδιο, είδηση και άρθρο», σημείωσε η υπουργός, αναφερόμενη στο πρόγραμμα «Κριτικοί Αναγνώστες», που υλοποιείται από το Εργαστήριο Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας (Peace Journalism Lab) του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με την υποστήριξη του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και την Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ).
Η υπουργός ανακοίνωσε ότι μετά την αποτίμηση της φετινής, πιλοτικής εφαρμογής του προγράμματος, η επιδίωξη του υπουργείου και της Γενικής Γραμματείας είναι να αναπτυχθεί περαιτέρω και να εφαρμοστεί σε περισσότερα σχολεία από τη νέα σχολική χρονιά.
«Θα πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια να βελτιώνουμε το πρόγραμμα σπουδών»
Η κ. Ζαχαράκη στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της ενδυνάμωσης των παιδιών και της παροχής των κατάλληλων εργαλείων για τη μετέπειτα πορεία τους, εκτός σχολικής κοινότητας. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση μαθήτριας, που συμμετείχε στο πάνελ, η κ. Ζαχαράκη ανέφερε: «Θα πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια να βελτιώνουμε το πρόγραμμα σπουδών, να δίνονται ευκαιρίες να έχετε (σσ οι μαθητές) περισσότερες δράσεις ενεργού πολίτη, να αναπτύσσετε ήπιες δεξιότητες και ζωής, μαζί με τους εκπαιδευτικούς, ώστε να νιώσετε πιο δυνατοί σε μία περίοδο που η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει πολλά. Να είστε υπεύθυνοι χρήστες αυτής, να διαμορφώνετε το περιεχόμενο που χρησιμοποιείτε και διαμορφώνετε στην ΤΝ, και να μπορείτε σε έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, να αποκτήσετε την προσαρμοστικότητα, την ευελιξία, την ετοιμότητα και τη δύναμη να ανταπεξέλθετε σε αυτές τις προκλήσεις, με ψυχραιμία».
Από πού ενημερώνονται οι νέοι
Από την πλευρά της, η μαθήτρια Εύη Γιαλιά, συμμετέχουσα στο πρόγραμμα «Κριτικοί Αναγνώστες», αναφέρθηκε στους τρόπους με τους οποίους προτιμά πλέον να ενημερώνεται. «Προτιμώ να ενημερώνομαι από δημοσιογραφικά σάιτ, τα οποία ήδη γνωρίζω ότι είναι έγκυρα. Η αλήθεια είναι ότι οι έφηβοι δεν παρακολουθούμε πολλή τηλεόραση. Προσπαθούμε να αντλήσουμε πληροφορίες από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και από όποια ιστοσελίδα βρούμε. Προσωπικά προσπαθώ να διαλευκάνω μόνη μου εάν η πληροφορία που λαμβάνω είναι έγκυρη ή όχι, καθώς στις πλατφόρμες η πληροφορία ταξιδεύει με πολύ ταχείς ρυθμούς», ανέφερε.
Επίσης, αναφέρθηκε στα εργαλεία που έχει αποκομίσει ήδη από το πρόγραμμα, όπως το να βλέπει για δεύτερη φορά το περιεχόμενο μιας είδησης, να εστιάζει στο εάν αναφέρονται πολλές πηγές, εάν ακολουθείται η δημοσιογραφική δεοντολογία και εάν αναφέρεται το όνομα του συντάκτη.
«Η δημοσιογραφία και τα επαγγελματικά μέσα έχουν μία ευκαιρία να επανασυνδεθούν με ένα κοινό που έχουν χάσει»
Στα θετικά αποτελέσματα του προγράμματος αναφέρθηκε με τη σειρά του ο Νίκος Παναγιώτου, επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και επιστημονικός υπεύθυνος του προγράμματος. «Πρόκειται για μία αποκάλυψη, μίας Ελλάδας, η οποία δεν βρίσκει χώρο και χρόνο στα πρωτοσέλιδα, οι εκπαιδευτικοί και τα παιδιά. Η δουλειά τους είναι πολύ πιο πάνω από τις προσδοκίες μας», τόνισε.
Όπως ανέφερε ο κ. Παναγιώτου, η Ελλάδα, με το συγκεκριμένο πρόγραμμα στέκεται στην πρωτοπορία της Ευρώπης, καθώς μαζί με τη Φινλανδία είναι οι δύο χώρες που υλοποιούν παρόμοια πρόγραμμα. «Η δική μας ιδιαιτερότητα είναι ότι το πρόγραμμα δεν αφορά μόνο τους ακαδημαϊκούς, αλλά και τους δημοσιογράφους», είπε και πρόσθεσε: «Η δημοσιογραφία και τα επαγγελματικά μέσα έχουν μία ευκαιρία να επανασυνδεθούν με ένα κοινό που έχουν χάσει».
Όπως σημείωσε, το πρόγραμμα θα καταλήξει με τη διοργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου στις 8 Μαΐου.
Στο ρητό του Σωκράτη, που αναφέρει ότι «η μόρφωση είναι όπως η εύφορη γη και φέρνει όλα τα καλά, αν την καλλιεργείς», αναφέρθηκε από την πλευρά του ο δημοσιογράφος Δημήτρης Στούμπος, στεκόμενος ιδιαίτερα στην ευθύνη που βαραίνει τους δημοσιογράφους, αλλά και τους πολιτικούς να λειτουργούν με βάση τη δεοντολογία και την ηθική.
Στο ρόλο της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, τα μέσα ενημέρωσης και την τεχνολογία αναφέρθηκε η Δήμητρα Δημητρακοπούλου, επικεφαλής ερευνήτρια στο Κέντρο Εποικοδομητικής Επικοινωνίας του ΜΙΤ. «Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι κρίση εμπιστοσύνης σε θεσμούς μέσα, τεχνολογία, ο ένας στον άλλον», είπε η κ. Δημητρακοπούλου και επεσήμανε ότι σε μία τέτοια κατάσταση έλλειψης εμπιστοσύνης, «υπάρχει πρόσφορο έδαφος για τοξικότητα, πόλωση, αφού οι κοινωνικοί δεσμοί δεν είναι ισχυροί και δεν είναι αυτοί που χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε την καθημερινότητα και τις ειδήσεις με υπευθυνότητα».

