«Hγγικεν η ώρα», όπως όλα δείχνουν, για την έναρξη των ερευνητικών εργασιών για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου (GSI), το οποίο θα φτάσει στο Ισραήλ σε δεύτερη φάση.
Το γαλλικό ερευνητικό σκάφος Abeille Marengo βρισκόταν σε ετοιμότητα για απόπλου από το λιμάνι του Ηρακλείου ήδη από την Τρίτη που πέρασε, χωρίς πάντως να θεωρείται δεδομένο ότι θα ξεκινήσει τις εργασίες από τη μία στιγμή στην άλλη. Θα πρέπει άλλωστε προηγουμένως να δοθεί το «πράσινο φως» από την Επιτροπή Χορήγησης Αδειών Ερευνών Θαλάσσης (ΕΧΑΕΘ) η οποία είναι αρμόδια για τη χορήγηση αδειών σε ελληνικά ή ξένα ερευνητικά σκάφη, προκειμένου να διεξάγουν επιστημονικές ή τεχνικές έρευνες εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων ή σε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας.
Αν και μέχρι την ώρα που γραφόταν το κείμενο η έγκριση δεν είχε δοθεί, όπως είναι ευνόητο θεωρείται ήδη δεδομένη, ώστε να εκδοθεί εν συνεχεία η σχετική NAVTEX από την Υδρογραφική Υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού. Η παρουσία και μόνο του γαλλικού πλοίου σε ελληνικό λιμάνι δηλώνει άλλωστε την έμμεση παρότρυνση της γαλλικής εταιρίας για να ξεκινήσουν κατά το δυνατόν συντομότερο οι έρευνες για την πόντιση του καλωδίου, καθώς κάθε ημέρα που περνά συνεπάγεται οικονομικό κόστος για την ανάδοχο εταιρία. Η ελληνική πλευρά και τα συναρμόδια υπουργεία είναι λογικό να συνεκτιμούν όλα τα δεδομένα για το κατάλληλο timing προκειμένου να ξεκινήσουν οι ερευνητικές εργασίες εντός του πρώτου δεκαημέρου του Νοεμβρίου κατά πάσα πιθανότητα. Το βέβαιο, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, είναι ότι οι έρευνες δεν θα αργήσουν να ξεκινήσουν και ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι αποφασισμένη για την υλοποίηση του έργου.
Το μεγάλο ερώτημα είναι βεβαίως τι θα πράξει η τουρκική πλευρά, καθώς συνεχίζει να στέλνει με τη στάση της αντιφατικά μηνύματα. Στην περίπτωση του καλωδίου δεδομένων ΕMC (East Med Corridor), που συνδέει τη Σαουδική Αραβία με την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, παρά τον «πόλεμο» των NAVTEX που βρίσκεται σε εξέλιξη μεταξύ της χώρας μας και της Τουρκίας, το έργο υλοποιείται κανονικά μέχρι στιγμής. Αν και η Αγκυρα άλλοτε προσπαθεί να εμφανίσει περιοχές των έργων ως «δικαιοδοσία» της και άλλοτε υποστηρίζει ότι διεξάγονται δήθεν κατόπιν «συμφωνίας της», η οποία ουδέποτε ζητήθηκε από τη χώρα μας, έως τώρα δεν προκάλεσε άλλου είδους προβλήματα. Ρόλο βέβαια ενδέχεται να παίζει και ότι το EMC ενδιαφέρει άμεσα τη Σαουδική Αραβία, η οποία συνδέεται πλέον με την Αγκυρα με τη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά συνδέεται και με συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με την Ελλάδα.
Το ενδεχόμενο της επανάληψης του «πολέμου» των NAVTEX και για το καλώδιο GSI, αλλά χωρίς περαιτέρω κλιμάκωση, είναι αυτή τη στιγμή ένα ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλεισθεί, αλλά ουδείς είναι βέβαιος ότι δεν πρόκειται για ευσεβείς πόθους. Οπως έγινε και με το EMC, δεν αποκλείεται η Αγκυρα να επιχειρήσει προβοκάτσια κατά της ελληνικής κυβέρνησης, υποστηρίζοντας αυθαίρετα ότι της «ζητήθηκε άδεια» και συμφώνησε, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν «πρόθυμοι» στο ελληνικό πολιτικό ακροατήριο για να υιοθετήσουν ακόμη και έναν παντελώς αβάσιμο ισχυρισμό.
Η παρέμβαση Mητσοτάκη

Ως ένδειξη αποφασιστικότητας ερμηνεύεται την ίδια ώρα η παρέμβαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στο οποίο προεδρεύει η Ελλάδα αυτό το διάστημα. Ο Κ. Μητσοτάκης έδειξε στην… κυριολεξία, χρησιμοποιώντας χάρτη, την παρανομία και τον γεωγραφικό παραλογισμό του τουρκολιβυκού μνημονίου, αλλά αναφέρθηκε και στο ζήτημα των ενεργειακών διασυνδέσεων.
«Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το μνημόνιο αυτό να λειτουργήσει ως πρόσχημα για την αμφισβήτηση νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα ή για την παρεμπόδιση στρατηγικών έργων συνδεσιμότητας τα οποία η περιοχή μας χρειάζεται επειγόντως», τόνισε μεταξύ άλλων ο πρωθυπουργός, ο οποίος πρόσθεσε: «Πρόκειται για έργα, ειδικά όταν αναφερόμαστε στην Ανατολική Μεσόγειο, τεράστιας στρατηγικής και οικονομικής σημασίας. Προσφέρουν μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια, πιο προσιτή ηλεκτρική ενέργεια, ισχυρότερη περιφερειακή συνεργασία, καλύτερη συνδεσιμότητα δεδομένων και, τελικά, συμβάλλουν στη διαρκή ειρήνη. Ωστόσο, η ανάπτυξή τους περιπλέκεται από μονομερείς αξιώσεις και προσπάθειες αμφισβήτησης νόμιμων δραστηριοτήτων στη θάλασσα. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία η θαλάσσια ασφάλεια. Δεν μπορούμε να μιλάμε σε αυτή την αίθουσα για την οικοδόμηση γεφυρών μεταξύ των εθνών, ενώ επιτρέπουμε σε άλλους να εμποδίζουν την οικοδόμηση αυτών των γεφυρών».
Προβληματισμό προκαλεί την ίδια ώρα ότι ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει αρχίσει «να τα γυρίζει» σε σχέση με δηλώσεις του ότι η Αγκυρα ζητά να έχει γραπτή ενημέρωση για το έργο του GSI, αλλά χωρίς να απαιτεί να προέρχεται αυτή από την ελληνική κυβέρνηση.
Η δήλωση έτυχε ευρείας αναπαραγωγής στον ελληνικό Τύπο, ερμηνευόμενη ως έμμεση φόρμουλα για την υλοποίηση των ερευνών, αλλά ο ΥΠΕΞ της Τουρκίας εμφανίζεται πλέον να διαμηνύει ότι όσα είπε ήταν απλώς «σκέψεις» σε κάποιο think tank, προσπαθώντας να υποβαθμίσει τη σημασία της προηγούμενης θέσης του!
Εφόσον πάντως δεν «ανακρούσει πρύμναν» η Αγκυρα, η αδειοδότηση μόνο από την Ελλάδα και η ενημέρωση για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου όλων των κρατών της περιοχής εμφανιζόταν να είναι λύση που λιγότερο ή περισσότερο θα ικανοποιούσε όλες τις πλευρές, ώστε να μην υπάρξει «στρατιωτικοποίηση» της υπόθεσης.
Το ευρωπαϊκό «χαρτί»
Η ελληνική κυβέρνηση πάντως είναι αποφασισμένη να ενεργοποιήσει και την Ευρωπαϊκή Ενωση προκειμένου να υπάρξει αντίδραση και από τις Βρυξέλλες απέναντι στο ενδεχόμενο η Τουρκία να δημιουργήσει προσκόμματα στην ομαλή υλοποίηση των ερευνών για το καλώδιο GSI. Στην κατεύθυνση αυτή ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ενημέρωσε ήδη για το ζήτημα το Συμβούλιο των Υπουργών Ενέργειας της Ε.Ε. που συνεδρίασε στις Βρυξέλλες για την πρόοδο που έχει συντελεστεί στην υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης, όπως ανέφερε σε δηλώσεις του, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες, ενημέρωσε και για το ενδεχόμενο τουρκικής αντίδρασης.
Το ίδιο ζήτημα ενδιαφέρει, όπως είναι ευνόητο, και την Κύπρο, με τον αρμόδιο υπουργό Μιχάλη Δαμιανό να προτίθεται να θέσει από κοινού με τον Ελληνα ομόλογό του το ίδιο ζήτημα στις Βρυξέλλες ζητώντας την επίσημη αντίδρασή τους στην περίπτωση που υπάρξουν τουρκικά «παρατράγουδα».
Η «Ασπίδα» και η φρεγάτα «Νέαρχος»
Η Ελλάδα πάντως έστειλε ισχυρό μήνυμα αποτροπής και με τη στρατιωτική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη, στην οποία οι πολίτες είχαν την ευκαιρία να δουν από κοντά ή από τους τηλεοπτικούς δέκτες τα νέα οπλικά συστήματα και τα συστήματα καινοτομίας που ενισχύουν κατά πολύ τις δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν τα ισραηλινής κυρίως προέλευσης τμήματα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» και σειρά μη επανδρωμένων και αυτόνομων συστημάτων που απέδειξαν ότι με την εφαρμογή της μεταρρύθμισης «Ατζέντα 2030» έχουν αλλάξει πολλά στις Ενοπλες Δυνάμεις.
Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι παρέλασε και ουλαμός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων αλλά και τμήμα της Εθνοφρουράς της Κύπρου, όπως επισήμανε και ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας στη δήλωσή του μετά την παρέλαση.
Την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σηματοδοτεί και η ύψωση της ελληνικής σημαίας, στη Λοριάν της Γαλλίας, στη δεύτερη ελληνική φρεγάτα FDI (Belharra) «Νέαρχος», η οποία αναμένεται τις επόμενες εβδομάδες να αφιχθεί στην Ελλάδα.
«Κλειδί» η επικοινωνία Μακρόν με Ερντογάν

Ο γαλλικός παράγοντας θεωρείται «κλειδί» σε κάθε περίπτωση για την ομαλή υλοποίηση του έργου, με τον πρόεδρο της χώρας Εμανουέλ Μακρόν και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να έχουν αναλάβει προσωπικά τον χειρισμό της υπόθεσης. Η γαλλική εταιρία Meridiam είναι άλλωστε ο πλειοψηφικός μέτοχος στην εταιρία που έχει αναλάβει την ανάπτυξη του έργου, δίνοντας χαρακτήρα έννομου συμφέροντος στη στάση των Παρισίων.
Υπενθυμίζεται ότι για την εναρμόνιση της στάσης Ελλάδας – Γαλλίας στο συγκεκριμένο ζήτημα υπήρξε συνάντηση Μητσοτάκη – Μακρόν στις 8/9/2026 στο Παρίσι, στην οποία συζητήθηκαν επίσης οι γεωπολιτικές εξελίξεις σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή. Για τη γαλλική πλευρά το ζήτημα του GSI είναι επίσης ευκαιρία να αποδείξει, εν μέσω της δύσκολης για την ίδια συγκυρίας στο εσωτερικό της χώρας, ότι εξακολουθεί να έχει παρεμβατικό ρόλο σε διεθνές επίπεδο και ότι μπορεί να στηρίξει έμπρακτα τη σύμμαχό της, Ελλάδα. Το Παρίσι συνδέεται άλλωστε με την Αθήνα όχι μόνο με παραδοσιακές φιλικές σχέσεις και με εταιρική σχέση στην Ε.Ε., αλλά και με συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση επίθεσης, η οποία μάλιστα ανανεώθηκε σχετικά πρόσφατα.
Διπλό μήνυμα
Η Γαλλία πάντως προσπαθεί, όπως έχει γράψει ο «Ε.Τ.», να εφαρμόσει την τακτική «μαστίγιο και καρότο» προς την Τουρκία στο ζήτημα του GSI. Από τη μία μεριά φροντίζει να διαμηνύει ότι από τη στιγμή που πρόκειται για γαλλική εταιρία και για ερευνητικό πλοίο υπό τη σημαία της χώρας θα μπορούσε να έχει ακόμη και στρατιωτική παρουσία στην επίμαχη περιοχή (αν και κάτι τέτοιο δεν θεωρείται το επικρατέστερο σενάριο) και από την άλλη υπέγραψε οδικό χάρτη για την αμυντική συνεργασία με την Αγκυρα, σπάζοντας το διαχρονικό γαλλικό «ταμπού» σε αυτό το ζήτημα.
Για πολλούς αναλυτές δεν θεωρείται σύμπτωση ότι την ίδια ακριβώς μέρα, την Τρίτη 27/10/2026, που έφτανε το γαλλικό ερευνητικό πλοίο στο Ηράκλειο Κρήτης, ο Εμανουέλ Μακρόν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πίσω από την επίσημη γενικόλογη αναφορά ότι οι δύο ηγέτες συζήτησαν τις σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας, καθώς και «περιφερειακά και διεθνή ζητήματα», θεωρείται βέβαιο ότι συζητήθηκε και το ζήτημα του GSI, με το αποτέλεσμα της συζήτησης να μην είναι μέχρι στιγμής ευδιάκριτο. Ο Ερντογάν προσκάλεσε επίσης τον Γάλλο πρόεδρο στη Σύνοδο Κορυφής Ηγετών για το Κλίμα στην Αττάλεια της Τουρκίας, στην οποία προσκλήθηκε, προς κατάπληξη αρκετών, και ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, με τον Τούρκο πρόεδρο, σε ένα ακόμη αντιφατικό μήνυμα των τελευταίων εβδομάδων, να «σπάει» τον κανόνα της μη επικοινωνίας της Αγκυρας με τον νόμιμο ηγέτη της μεγαλονήσου από το 1974 και μετά.
Το δέλεαρ της Τουρκίας προς την Αίγυπτο
Η Αγκυρα συνεχίζει, την ίδια ώρα, την επιθετική τακτική στο «μέτωπο» της Λιβύης. Η κοινή καταδίκη του τουρκολιβυκού μνημονίου με τη δήλωση της Ελλάδας, της Κύπρου, της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, του Μπαχρέιν αλλά και της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την οποία ανέγνωσε από τον ΟΗΕ ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ήταν ένα «χαστούκι» για την Τουρκία, καθώς κατέστησε σαφές ότι δεν έπιασε τόπο το «φλερτ» προς την Αίγυπτο και τα ΗΑΕ. Η στάση των ΗΑΕ, μάλιστα, ήταν και έμπρακτη διάψευση των σεναρίων που ήθελαν τα Εμιράτα να έχουν συμφωνήσει με την Τουρκία για την από κοινού εκπαίδευση των ενόπλων δυνάμεων της Λιβύης, στο εγχείρημα της ενοποίησης των στρατευμάτων Δυτικής και Ανατολικής Λιβύης.
Επιχειρώντας να κάνει «ρελάνς» η Τουρκία στο ζήτημα των σχέσεών της με την Αίγυπτο και θορυβημένη από την επανέναρξη των συζητήσεων της τελευταίας χώρας με την Ελλάδα για το τμήμα όπου εκκρεμεί η οριοθέτηση ΑΟΖ μετά τη συμφωνία του 2020, δεν δίστασε να προβεί σε δημόσια πλειοδοσία. Συγκεκριμένα, υποστήριξε διά του υπουργείου Αμυνας της χώρας ότι το Κάιρο θα εξασφάλιζε περισσότερα από 15.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα επιπλέον θαλάσσιας δικαιοδοσίας σε σύγκριση με μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Ελλάδα. Οπως ήταν φυσικό, έλαβε «πληρωμένη» απάντηση από το ελληνικό ΥΠΕΞ που επισήμανε ότι οι «διεθνείς σχέσεις δεν είναι δημοπρασία και οι θαλάσσιες ζώνες δεν κατακυρώνονται στον πλειοδότη». Το περιστατικό, πέραν όλων των άλλων, κατέδειξε ότι η Αγκυρα αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως ωμή συναλλακτική πρακτική. Κατέστησε σαφές επίσης ότι δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει ότι οι σχέσεις Ερντογάν – Σίσι έχουν συγκεκριμένα όρια, καθώς ο δεύτερος δεν συγχωρεί στον πρώτο ότι κατέστησε την Τουρκία στο παρελθόν «ορμητήριο» των «Αδελφών Μουσουλμάνων» που έχουν ως στόχο την ανατροπή του καθεστώτος της Αιγύπτου.


















