Η έκθεση του διοικητή της ΤτΕ προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της οικονομίας για το 2025 ξεπέρασε την επίσημη πρόβλεψη του 3,7% του ΑΕΠ και έφτασε στο 4,4% του ΑΕΠ. Στην έκθεση αναφέρεται ότι στον βαθμό που η καλύτερη του εκτιμώμενου δημοσιονομική πορεία το 2025 επιβεβαιωθεί και αποδοθεί σε πρόσθετα μόνιμα έσοδα ως απόρροια διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής ή/και σε συγκράτηση πρωτογενών δαπανών, όπως έγινε και το 2024, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες το 2025 θα καταγράψουν μικρότερο ρυθμό αύξησης από τις εκτιμήσεις του Προϋπολογισμού του 2026.
Δαπάνες
Το γεγονός αυτό θα δημιουργήσει δημοσιονομικό περιθώριο για αυξημένες καθαρές πρωτογενείς δαπάνες τα επόμενα έτη, υπό τους περιορισμούς του νέου δημοσιονομικού πλαισίου. Τονίζεται πάντως ότι οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να είναι καλά στοχευμένες ώστε να μην αυξήσουν περαιτέρω τον πληθωρισμό.
Σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης, η έκθεση τονίζει ότι λόγω των αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 1,9% το 2026, κυρίως λόγω της ηπιότερης αύξησης της κατανάλωσης και της αρνητικής συμβολής του εξωτερικού τομέα. Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με στήριξη από τους πόρους του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, υποστηριζόμενη από την άνοδο της απασχόλησης, των μισθών και του διαθέσιμου εισοδήματος, αν και με κάπως ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Οσον αφορά την αγορά εργασίας, οι προοπτικές παραμένουν ευνοϊκές, με περαιτέρω ενίσχυση της απασχόλησης και υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας στο 8,2%.
Η πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού εκτιμάται ότι θα ανακοπεί το 2026, εξαιτίας της αναζωπύρωσης των εξωγενών πιέσεων στο κόστος από τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Ο γενικός πληθωρισμός σε όρους εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή προβλέπεται να αυξηθεί στο 3,1% από 2,9% το 2025 και να παραμείνει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Κίνδυνοι
Η έκθεση του διοικητή της ΤτΕ, Γιάννη Στουρνάρα, επισημαίνει ως σοβαρότερους κινδύνους στην παρούσα συγκυρία:
* Τις πληθωριστικές πιέσεις οι οποίες είναι πιθανόν να αποδειχθούν πιο επίμονες, λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας, των πρώτων υλών και των μεταφορών, αλλά και μέσω δευτερογενών επιδράσεων στο κόστος εργασίας.
* Η εξέλιξη αυτή θα περιορίσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, θα επιβαρύνει την κατανάλωση και θα επηρεάσει αρνητικά το οικονομικό κλίμα.
* Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα και τυχόν επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να περιορίσουν την επενδυτική δραστηριότητα. Τούτο εάν επιβεβαιωθούν τα σενάρια που θέλουν την ΕΚΤ να προχωρά σε δύο αυξήσεις των επιτοκίων του ευρώ μέσα στο 2026 όπως αναμένουν πλέον οι αγορές. Στον εξωτερικό τομέα, η ελληνική οικονομία παραμένει πιο ευάλωτη, καθώς ο τουρισμός, οι μεταφορές και γενικότερα οι εξαγωγές υπηρεσιών.
Γ. Στουρνάρας
Κρίσιμη η πολιτική σταθερότητα
Ο διοικητής της ΤτΕ, Γιάννης Στουρνάρας, κλείνει το εισαγωγικό του σημείωμα με την επισήμανση ότι ειδικά σε περιόδους κρίσης είναι βασική η διατήρηση της πολιτικής Σταθερότητας. «Σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, η πολιτική σταθερότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ανθεκτικότητας», σημειώνει ο κ. Στουρνάρας για να προσθέσει: «Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων».

