Την καθημερινότητα των Ελλήνων αναδιαμορφώνει το κόστος της ενέργειας, αλλάζοντας τις επιλογές τους στο σπίτι, στις αγορές και στις μετακινήσεις.
Το 93% δηλώνει ότι έκανε τουλάχιστον μία αλλαγή λόγω των ενεργειακών ανατιμήσεων, ενώ η προσδοκία για σταθερότερες ή χαμηλότερες τιμές αποτελεί ένα από τα βασικά ζητούμενα της ενεργειακής μετάβασης, σύμφωνα με τη νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Οι προσαρμογές εκτείνονται από τη μείωση της θέρμανσης και τον περιορισμό της χρήσης του αυτοκινήτου έως τις περικοπές άλλων δαπανών. Το 78% αναφέρει σημαντική επίδραση στην αγοραστική του δύναμη, ενώ το 52% περιόρισε έξοδα για τρόφιμα ή υγεία. Παράλληλα, το 72% θεωρεί επιτακτική την ενεργειακή μετάβαση, συνδέοντάς τη με πιο προσιτή ενέργεια, μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και προστασία του κλίματος.
Ο λογαριασμός φτάνει στο καλάθι των αγορών
Οι επιπτώσεις από το ακριβότερο ρεύμα, το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο θέρμανσης και τα καύσιμα κίνησης επεκτείνονται σε άλλες κατηγορίες κατανάλωσης.
Το ποσοστό όσων περιόρισαν δαπάνες για τρόφιμα ή υγεία στην Ελλάδα βρίσκεται 14 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: 52% έναντι 38%. Παράλληλα, το 32% δηλώνει ότι η αγοραστική του δύναμη επηρεάστηκε σε «πολύ μεγάλο βαθμό», έναντι 20% στην ΕΕ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στην ανάγκη οικονομικής διευκόλυνσης. Το 33% στην Ελλάδα που χρεώθηκε, ζήτησε βοήθεια ή καθυστέρησε λογαριασμό ρεύματος είναι υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού 16%.
Το συγκεκριμένο εύρημα αφορά συνδυαστικά αυτές τις τρεις πιθανές αντιδράσεις. Αποτυπώνει, ωστόσο, το εύρος της πίεσης που οδηγεί μέρος των πολιτών πέρα από τις περικοπές εξόδων, στην αναζήτηση στήριξης ή στη μετάθεση πληρωμών.
Χαμηλότερη θέρμανση, λιγότερες διαδρομές
Στη θέρμανση, το 41% των Ελλήνων δηλώνει ότι μείωσε τη θερμοκρασία του συστήματος στο σπίτι λόγω των τιμών της ενέργειας. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 34%.
Η Ελλάδα καταγράφει το πέμπτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, μετά την Ιρλανδία με 48%, τη Γαλλία με 45% και το Βέλγιο και τη Γερμανία με 42%.
Στις μετακινήσεις, η χώρα βρίσκεται στην πρώτη θέση: το 74% άλλαξε τον τρόπο χρήσης του αυτοκινήτου του λόγω των ενεργειακών ανατιμήσεων, έναντι 60% στην ΕΕ.
Οι περιορισμοί αφορούν και διαδρομές για βασικές ανάγκες. Το 45% μείωσε τις μετακινήσεις με αυτοκίνητο για ψώνια, ιατρικά ραντεβού ή διοικητικές υποθέσεις, έναντι 31% στην ΕΕ.
Το 34% περιόρισε μετακινήσεις για εκδρομές, διακοπές ή επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους. Ένας στους τέσσερις αναφέρει ότι οδηγεί πιο αργά για να εξοικονομήσει καύσιμα, ενώ το 31% στράφηκε στην κοινή χρήση αυτοκινήτου, στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή στο ποδήλατο.
Οι απαντήσεις ήταν πολλαπλής επιλογής, επομένως τα ποσοστά περιγράφουν διαφορετικές, ενδεχομένως παράλληλες αλλαγές στις συνήθειες των ερωτηθέντων.
Το αίτημα για φθηνότερη και ασφαλέστερη ενέργεια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται στενά με την προσδοκία οικονομικής ανακούφισης και μεγαλύτερης ασφάλειας εφοδιασμού.
Το 72% των Ελλήνων τη θεωρεί επιτακτική ανάγκη για τη χώρα. Ως αναμενόμενα οφέλη, το 82% αναφέρει τη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, το 81% σταθερότερες ή χαμηλότερες τιμές ενέργειας και το 78% την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής.
Αντίστοιχα, το 81% θεωρεί ότι μια υπερβολικά αργή μετάβαση στην ΕΕ ενέχει κίνδυνο μακροπρόθεσμης αύξησης των τιμών ενέργειας και του κόστους ζωής. Το 80% ανησυχεί για μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
«Τα ελληνικά νοικοκυριά συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που επλήγησαν περισσότερο από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, στην Ευρώπη», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της ΕΤΕπ, Γιάννης Τσακίρης.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την αξιοποίηση του ηλιακού δυναμικού της Ελλάδας στρατηγική ευκαιρία για τον περιορισμό της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και της έκθεσης στις διακυμάνσεις των τιμών.
«Επενδύοντας στην καθαρή ενέργεια, μπορούμε να ενισχύσουμε την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για πιο προσιτή ηλεκτρική ενέργεια για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, προωθώντας παράλληλα τους κλιματικούς μας στόχους», σημείωσε.
Προβάδισμα στον ήλιο και στην κοινή χρηματοδότηση
Στις επιλογές για την παραγωγή ενέργειας, το 84% ζητεί προτεραιότητα σε πηγές χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Η ηλιακή ενέργεια συγκεντρώνει 61%, έναντι 52% στην ΕΕ, ενώ η αιολική ακολουθεί με 31%, έναντι 37%.
Στο ζήτημα του εξοπλισμού, το 51% προτιμά την ανάπτυξη ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας καθαρών τεχνολογιών, ακόμη και αν απαιτηθεί περισσότερος χρόνος. Το 37% προκρίνει την ταχύτερη επέκταση των καθαρών τεχνολογιών με εισαγόμενο εξοπλισμό.
Η συνεργασία συγκεντρώνει επίσης πλειοψηφική στήριξη. Το 69% επιθυμεί στενότερη συνεργασία της Ελλάδας με άλλες χώρες, ενώ το 62% προτιμά τη συνένωση των πόρων των κρατών της ΕΕ για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων της μετάβασης.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από την Ipsos bva από τις 3 έως τις 25 Αυγούστου 2026, με τη συμμετοχή 23.000 ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Στην Ελλάδα συμμετείχαν 1.000 άτομα και τα αποτελέσματα σταθμίστηκαν ώστε να είναι αντιπροσωπευτικά του πληθυσμού.






















