Πώς ξεκίνησε το όνειρο της υποκριτικής;
Σταδιακά… Δεν υπήρξα ποτέ το παιδί που ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. Υπήρξαν ενδείξεις της έλξης που θα μου ασκούσε η υποκριτική: Επέλεξα την Αθήνα ως πόλη σπουδών, προκειμένου να βλέπω πολλές παραστάσεις και, όντως, είδα εκατοντάδες παραστάσεις στα φοιτητικά μου χρόνια. Από την πρώτη χρονιά που σπούδαζα ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, γράφτηκα στη θεατρική ομάδα του πανεπιστημίου. Στους αυτοσχεδιασμούς που κάναμε, ένιωθα όλο και πιο έντονα ότι έβρισκα τον εαυτό μου. Ωστόσο, μου πήρε πέντε φοιτητικά χρόνια μέχρι να παραδεχθώ ότι όλα αυτά δεν ήταν τυχαία, να αποδεχθώ την επιθυμία μου, να πάψω να φοβάμαι και να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή.
Υπήρξε στήριξη από την οικογένειά σου; Πολλές φορές οι γονείς είναι διστακτικοί στο άκουσμα ενός διαφορετικού επαγγελματικού δρόμου από αυτόν που περίμεναν…
Ισχύει, έχω ακούσει πολλές τέτοιες ιστορίες. Οι δικοί μου γονείς είναι εκπαιδευτικοί. Σέβονται πολύ την ανάγκη για μάθηση, οπότε, όταν τους είπα «μέσα από την υποκριτική νιώθω ότι θα με μάθω καλύτερα, αυτό θέλω να σπουδάσω, τελικά», το σεβάστηκαν, παρόλο που είχα μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές μου σε μία σχολή. Ισως να έπαιξε ρόλο και το ότι πέρασα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, οπότε να είπαν: «Κάτσε να δούμε μήπως, όντως, το ’χει το παιδί…». Πάντως, με στήριζαν όλα τα χρόνια των σπουδών. Τους είμαι ευγνώμων για αυτό.
Η πρώτη μεγάλη δουλειά, που σκέφτηκες ότι το όνειρο ξεκινά να γίνεται πραγματικότητα, ποια ήταν;
Στο θέατρο, όταν συμπρωταγωνίστησα με τη Λυδία Κονιόρδου στη «Φλαντρώ» του Π. Χορν, σε σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ηταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος που πήρα με ακρόαση. Στην τηλεόραση, το ένιωσα τη χρονιά που προβλήθηκαν παράλληλα οι σειρές «Η παραλία» και «Το ναυάγιο», δύο δουλειές που αγάπησα πολύ και είχαν ευρεία αποδοχή από το κοινό.
Υπήρξαν δύσκολες στιγμές στην πορεία σου; Συνεργασίες που να σε… ζόρισαν;
Στις σειρές που έπαιξα, υπήρξα τυχερή και ως προς τους σκηνοθέτες και συμπρωταγωνιστές μου, έπεσα σε καλούς ανθρώπους. Στο θέατρο, είχε υπάρξει μία συνεργασία που με ζόρισε, καθώς ο σκηνοθέτης είχε μία πολύ εσφαλμένη αντίληψη για το πώς να «πουσάρει» τους ηθοποιούς, προκειμένου να φτάσουν στα άκρα και να βγει το αποτέλεσμα που ήθελε. Μεγαλώνοντας και αποκτώντας εμπειρία, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο η πίεση παραμένει υγιής.
Η τηλεόραση πώς ήρθε στη ζωή σου;
Ηρθε, ακριβώς, στο τέλος αυτής της θεατρικής συνεργασίας που με δυσκόλεψε, όταν χρειάστηκε να βάλω τα όριά μου. Το ένιωσα σαν ανταπόδοση, καθώς μου ανοίχτηκε ένα μεγάλο μονοπάτι. Σε ένα τηλεφώνημα, μία casting director με ενημέρωσε πως ο σκηνοθέτης Χρήστος Δήμας επιθυμούσε να συνεργαστούμε στη σειρά «Ο πρίγκιπας της φωτιάς», την οποία θα σκηνοθετούσε στο OPEN. Με επέλεξε από το πρώτο casting και μου έδειξε εμπιστοσύνη εξαρχής για βασικό ρόλο. Του χρωστάω ευγνωμοσύνη για αυτό. Ετσι πάει συνήθως, κάποιος πρέπει να σε εμπιστευτεί για να ξεκινήσεις και μετά πρέπει να κοπιάσεις, να είσαι συνεπής, εργατικός, αλλά και τυχερός, για να συνεχίσεις.
Τη «φοβήθηκες», λόγω της έκθεσης και της αναγνωρισιμότητας;
Το είδα σαν κάτι καινούργιο να ανακαλύψω.
Από δραματικές σειρές στους «Σούπερ ήρωες»… Μίλησέ μας για αυτήν τη σειρά…
Η ιδέα της σειράς «Σούπερ ήρωες» βασίζεται στο αμερικανικό σίριαλ «Super», αλλά είναι προσαρμοσμένη στα ελληνικά δεδομένα και μεγέθη. Παρακολουθεί ο τηλεθεατής τις ζωές και την αλληλεπίδραση οκτώ εργαζομένων σε ένα σούπερ μάρκετ και των δύο αφεντικών τους. Κάθε επεισόδιο έχει ένα αυτοτελές θέμα και τα αντίστοιχα guest ηθοποιών. Το «παλιό αφεντικό» είναι ο κ. Βασίλης, δηλαδή ο Γιάννης Μπέζος. Το «μικρό αφεντικό» είναι ο τεχνοκράτης γιος του, ο Δημήτρης, τον οποίο παίζει ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος, και έρχεται να εξυγιάνει την επιχείρηση. Προσπαθεί να εφαρμόσει νέες μεθόδους μάρκετινγκ, οι οποίες, όμως, βρίσκουν εμπόδιο, είτε στις ιδιαίτερες προσωπικότητες των εργαζομένων είτε στην ίδια την ελληνική πραγματικότητα… με τις ιδιαιτερότητές της. Η σειρά αγγίζει θέματα όπως το εργασιακό καθεστώς των εργαζομένων στην Ελλάδα, την ακρίβεια, τις συμπεριφορές πελατών, αλλά με έγνοια να κυριαρχήσει, εν τέλει, ένα μήνυμα αλληλεγγύης, τρυφερότητας και ανθρωπιάς. Είμαστε μία ωραία ομάδα ηθοποιών, με ενδιαφέρον και αγάπη για το θέμα της σειράς, επομένως έχω μεγάλο ενθουσιασμό και περιέργεια για το πώς θα την αποδεχθεί το κοινό. Εύχομαι να την αγαπήσει.
Η ηρωίδα σου;
Η ηρωίδα μου είναι η Σταυρούλα Θεοδοσοπούλου. Είναι ταμίας στο σούπερ μάρκετ, αλλά η ίδια θεωρεί πως στην πραγματικότητα κάνει τις δημόσιες σχέσεις του «ΣΟΥΠΕΡ», πως είναι «η βιτρίνα του μαγαζιού». Εγνοια της είναι να έχει καλή επαφή με τους πελάτες, να μαθαίνει τα νέα τους, να τους βγάζει αστρολογικούς χάρτες και να είναι πάντα ντυμένη, βαμμένη, φτιαγμένη στην πένα… Μπλέκει στις ζωές όλων, συχνά με ευτράπελο τρόπο, καθώς έχει ένα ολοδικό της σύστημα κανόνων. Στην πραγματικότητα, εξαιρεί τον εαυτό της από όλους τους κανόνες, γι’ αυτό οι άλλοι τη λένε τεμπέλα και κουτσομπόλα. Μερικές φορές φαίνεται να είναι παρτάκιας, αλλά κατά βάση νοιάζεται για όλους και για όλα. Αγαπά πολύ την άλλη ταμία, την Εφη, και τον άνδρα της, τον Ζαχαρία, που δουλεύει στην αποθήκη. Στην πορεία της σειράς, θα παρακολουθήσουμε όλη την αγωνία της και την κοινωνική πίεση που δέχεται για μία εγκυμοσύνη, «που δεν λέει να έρθει».
Η συνεργασία με τον μοναδικό Γιάννη Μπέζο πώς είναι;
Με τον Γιάννη Μπέζο είχαμε συνεργαστεί ξανά στη σειρά «Σε ξένα χέρια» στην ΕΡΤ1. Αλλά σε αυτήν τη σειρά, τον έχω ζήσει πιο πολύ. Είναι εξαιρετικά έμπειρος και γενναιόδωρος με όλους μας, από το πώς θα μας συμβουλέψει για το αστείο μιας ατάκας μέχρι το πώς θα μοιραστεί ιστορίες ή το πώς θα καταφθάνει κάθε μέρα με ενέργεια και με ένα κέρασμα για όλους.
Δύσκολο εγχείρημα το να κάνεις τον κόσμο να γελά;
Θα έλεγα, υπέροχο εγχείρημα να κάνεις τον κόσμο να γελά. Με τις δυσκολίες που συσσωρεύονται στις ζωές μας πια, από την απειλή ενός πολέμου μέχρι την ακρίβεια, η στιγμιαία ευφορία που φέρνει το γέλιο δίνει κουράγιο για να συνεχίσεις. Ξορκίζει το σκοτάδι η κωμωδία.
Πώς είναι η Ελεάνα εκτός δουλειάς;
Γενικά, είμαι πιο εσωστρεφής και χαμηλών τόνων σε σχέση με αυτό που δείχνω μέσα από τους ρόλους που μου δίνουν. Μέσα στη φύση ή σε ένα οικείο περιβάλλον με φίλους, αισθάνομαι πιο καλά με τον εαυτό μου απ’ ό,τι μέσα σε ένα κλαμπ ή σε ένα πολυκατάστημα. Οταν, βέβαια, χορεύουμε ή τρωγοπίνουμε όμορφα με παρέα, δεν λες ότι κάθομαι ήσυχη στη γωνιά μου… Συνήθως, αισθάνομαι την επιθυμία να σηκωθώ και να χορέψω. Γενικά, προσπαθώ να διατηρώ το χιούμορ μου εντός και εκτός δουλειάς.
Τι σου αρέσει να κάνεις;
Να βλέπω θέατρο, ταινίες και σειρές, να χορεύω, να τρώω και να πίνω με παρέα, να διαβάζω λογοτεχνία, να κάνω πεζοπορίες στα βουνά, να ρεμβάζω μπροστά από τη θάλασσα, να ταξιδεύω, να χαζεύω φωτογραφίες από μέρη που δεν ξέρω αν θα βρεθώ ποτέ, να παίρνω αγκαλιά τις γάτες μου, να αγκαλιάζομαι με τους ανθρώπους.
Ειδήσεις Σήμερα
Survivor spoiler 30/03: Ποια ομάδα κερδίζει τη δεύτερη ασυλία κάτω από δύσκολες συνθήκες;
