Το καλοκαίρι του 1966 ξεκίνησε εντυπωσιακά με ολική έκλειψη Ηλίου, η οποία ήταν καλύτερα ορατή στην Κορώνη, όπου είχε συγκεντρωθεί πλήθος Ελλήνων και Αμερικανών επιστημόνων που ερευνούσαν το φαινόμενο.
Εκεί βρίσκονταν αμερικανικό ερευνητικό σκάφος, καθώς και ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα, Φίλιπ Τάλμποτ. Στην υπόλοιπη χώρα ο κόσμος είχε βγει μεσημεριάτικα σε ανοιχτούς χώρους για να θαυμάσει την έκλειψη, ενώ η βασιλική οικογένεια την παρακολούθησε από το Ναύπλιο.

Η βασίλισσα Φρειδερίκη παρακολουθεί με κιάλια την έκλειψη Ηλίου εκείνου του καλοκαιριού. Εναν χρόνο αργότερα θα ερχόταν και η «έκλειψη» της δημοκρατίας…
Πολιτικά ήταν ένα σχετικά ήσυχο καλοκαίρι, ιδίως αν συγκριθεί με το προηγούμενο εφιαλτικό του 1965. Πρωθυπουργός, μετά από πολλές αναταράξεις, με τη συναίνεση ΕΡΕ-Ενωσης Κέντρου, ήταν ο Στέφανος Στεφανόπουλος. Είχε να αντιμετωπίσει μεγάλες απεργίες τραπεζοϋπαλλήλων και ταχυδρομικών, αλλά και νέα κρίση με την Τουρκία, όταν η πολιτική της τελευταίας οδήγησε στον διωγμό του ελληνισμού της Ιμβρου και της Τενέδου, στον οποίο η κυβέρνηση «απάντησε» με την απέλαση 500 Τούρκων από τα Δωδεκάνησα.

Ελληνικός σουρεαλισμός το καλοκαίρι του 1966. Χιλιάδες κολυμβητές αγνοούν τα «Μολυσμένα ύδατα», που αναφέρει η πινακίδα, η οποία όμως έχει ως χορηγό εταιρία μαγιό…
Στον χώρο του Κέντρου γίνονταν διεργασίες για τη δημιουργία κόμματος που θα εξέφραζε τις περισσότερες δυνάμεις του χώρου, ενώ ο αυτοεξόριστος στη Γαλλία Κωνσταντίνος Καραμανλής δήλωνε θυμωμένα ότι «Ουδείς διερμηνεύει τις απόψεις μου». Στην καλοκαιρινή ραστώνη ελάχιστοι έδωσαν σημασία στη δήλωση του αρχηγού της ΕΡΕ, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνονταν το πρώτο εξάμηνο του 1967. Τελικά, απ’ ό,τι γνωρίζουμε, εκλογές δεν έγιναν ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο εξάμηνο ούτε καν τα επόμενα χρόνια, αφού η απριλιανή χούντα πρόλαβε και μπλόκαρε τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Στα καλοκαιρινά πάρτι της εποχής η νεολαία χορεύει στον ρυθμό της «γιάνκα».
Ανάκαμψη
Η οικονομία της χώρας προσπαθούσε να συνέλθει από την πολιτική αναστάτωση και την ακυβερνησία και τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης φαίνονταν από τα εγκαίνια, που έγιναν μέσα στο καλοκαίρι, του Πλανηταρίου του Ευγενιδείου Ιδρύματος στην Αθήνα και του βιομηχανικού συγκροτήματος αλουμινίου στη Βοιωτία.
Οι παραλίες της Αττικής ήταν πλημμυρισμένες από κόσμο, αλλά η μόλυνσή τους, που οφειλόταν στην ταχύτατη και άναρχη ανάπτυξη της πρωτεύουσας, τις είχε μετατρέψει σε ακατάλληλες για κολύμβηση. Η Επιτροπή Ελέγχου Θαλασσίων Υδάτων, μάλιστα, με ανακοίνωσή της, είχε απαγορεύσει την κολύμβηση στις περισσότερες ακτές της Αττικής, όπως στον Ασπρόπυργο, τον Σκαραμαγκά, το Πέραμα, το Κερατσίνι, το λιμάνι του Πειραιά, το Πασαλιμάνι, το Τουρκολίμανο, το Νέο Φάληρο, το Μοσχάτο, τη Γλυφάδα, τη Βούλα και το Καβούρι, αφήνοντας μόνο κάποιες ελεύθερες νησίδες δροσιάς.
Και αν στα δυτικά η αιτία της απαγόρευσης ήταν τα βιομηχανικά απόβλητα των πετρελαϊκών εταιριών, στην παραλιακή ζώνη η θαλάσσια ρύπανση οφειλόταν στους δύο ποταμούς (Κηφισό, Ιλισό) που κατέληγαν εκεί, καθώς και στα λύματα των οικισμών της περιοχής, η οποία πλέον πυκνοκατοικούνταν χωρίς όμως να υπάρχει κατάλληλο αποχετευτικό δίκτυο. Τα παραπάνω όμως κάθε άλλο παρά πτοούσαν τους Αθηναίους, που αναζητούσαν διαφυγή στη θάλασσα παρακάμπτοντας απαγορευτικές πινακίδες και ανακοινώσεις.
Τρανζίστορ

Τα… γκάτζετ της εποχής: χειροκίνητη κινηματογραφική μηχανή και φορητό κασετόφωνο.

Τα… γκάτζετ του καλοκαιριού ήταν οι πρώτες κινηματογραφικές μηχανές χειρός, με τις οποίες μπορούσες να τραβήξεις τις δικές σου έγχρωμες ταινίες, οι οποίες θα προβάλλονταν από κινηματογραφικούς προβολείς Super 8. Τα παλιά μεγάλα ξύλινα ραδιόφωνα θεωρούνταν «ντεμοντέ» από τη νεολαία, που ζητούσε χρήματα από τους γονείς για να αποκτήσει τρανζίστορ με τεράστιες κεραίες και φορητά κασετόφωνα, που μπορούσαν να μεταφέρουν έξω από το σπίτι τη νεανική διασκέδαση. Μέσα στα σπίτια και τις αυλές τα καλοκαιρινά πάρτι γίνονταν από τεράστια πικάπ-έπιπλα, με μουσική από σαρανταπεντάρια δισκάκια που έρχονταν ρεφενέ στο πάρτι.
Για τη «χρυσή νεολαία» το γεγονός του καλοκαιριού ήταν ο πρώτος χορός των Ντεμπιντάντ στην «Αθηναία», όπου εκατό νεαρά ζευγάρια της κοσμικής Αθήνας, ντυμένες όλες στα λευκά οι κοπέλες και με μαύρα φράκα τα αγόρια, αφού πρώτα παρελαύναν μπροστά σε κοινό χιλίων ατόμων, στη συνέχεια χόρευαν μέχρι πρωίας, από βαλς μέχρι σύγχρονους ρυθμούς της εποχής.
Τέχνες
Οι τέχνες βρίσκονταν σε πλήρη άνθηση και για του λόγου το αληθές, αρκεί η απλή παράθεση της τότε καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε την πρώτη μεγάλη του ανοιχτή συναυλία στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό δύο δίσκους που θα κυκλοφορούσαν εκείνο το καλοκαίρι: το «Μαουτχάουζεν», σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη και ερμηνεία Μαρίας Φαραντούρη, και τη «Ρωμιοσύνη», σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση. Αν κάποιος ήθελε να ακούσει τον τελευταίο στο λαϊκό του πρόγραμμα, έπρεπε να βρεθεί στη «Σπηλιά του Παρασκευά», όπου ερμήνευε τα νέα τραγούδια του Ακη Πάνου.
Στο θέατρο του Εθνικού Κήπου, με 25-50 δρχ., μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει τους Αλίκη Βουγιουκλάκη – Δημήτρη Παπαμιχαήλ στη θεατρική εκδοχή του έργου του Αλέκου Σακελλάριου «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», ενώ στο Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο ο Μάνος Κατράκης ανέβαζε τον «Καπετάν Μιχάλη» του Νίκου Καζαντζάκη. Στα κινηματογραφικά στούντιο ο Γιάννης Δαλιανίδης γύριζε τη νέα του ταινία «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» με πρωταγωνιστές τη Ζωή Λάσκαρη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη.
Θέρος πριν από την τηλεόραση
Στις λαϊκές συνοικίες ο κόσμος ζούσε ακόμη σε αυλές, ελπίζοντας να δώσει το σπίτι αντιπαροχή ώστε «να ζήσει σαν άνθρωπος». Μέχρι τότε, όμως, οι νοικοκυρές έπλεναν στη σκάφη, μαγείρευαν στο πετρογκάζ και ονειρεύονταν ηλεκτρικά ψυγεία, κουζίνες και σκούπες, οι διαφημίσεις των οποίων κατέκλυζαν τα περιοδικά. Μοναδική διασκέδασή τους ήταν ο κινηματογράφος, που διένυε τη χρυσή του εποχή, με αποτέλεσμα κάθε γειτονιά να έχει τους δικούς της θερινούς κινηματογράφους, με τον κόσμο να κατακλύζει όχι μόνο την πλατεία, αλλά και τις γύρω ταράτσες.

Πλημμυρίδα κόσμου στην πλαζ της Βουλιαγμένης εκείνο το καλοκαίρι.
Υπήρχαν ακόμη άφθονοι ανοιχτοί χώροι, αλάνες και δρόμοι, οι οποίοι γέμιζαν από πιτσιρίκια, αφού δεν είχαν ακόμη κυριαρχήσει σε αυτούς τα αυτοκίνητα. Τα παιδιά δεν είχαν μαθήματα και το μόνο ικανό να σταματήσει τα παιχνίδια τους ήταν οι φωνές της μαμάς στον Κωστάκη και τη Μαιρούλα να φάνε και να μη λερωθούν, ενώ το παιχνίδι τους τελείωνε μόνο όταν σκοτείνιαζε ή με κάποιο ματωμένο πόδι και ρούχα μέσα στο χώμα, τα οποία συνοδεύονταν από κλάμα, πριν και μετά το ξύλο…
Το καλοκαίρι του 1966 ήταν από τα τελευταία που ο κόσμος βρισκόταν ακόμη έξω από το σπίτι, αφού από τα επόμενα χρόνια τα πράγματα άρχισαν σταδιακά να αλλάζουν με την «επέλαση» της τηλεόρασης. Το νέο μέσο βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα, σε πειραματική μορφή, και στεγαζόταν στο ημιτελές κτίριο του ΟΤΕ στην οδό Πατησίων. Εκεί, στον πέμπτο όροφο του κτιρίου, που ήταν ακόμη γιαπί, μεταδίδονταν οι πρώτες τηλεοπτικές εικόνες, με το πρόγραμμα του Καναλιού 5 να ξεκινά στις 6.30 το απόγευμα. Η Αλέκα Μαβίλη αποτελούσε το πρώτο αστέρι που προερχόταν από την τηλεόραση, αλλά πίσω από αυτή υπήρχε ένα ανθρώπινο δυναμικό από ταλαντούχους και διψασμένους για δουλειά νέους της εποχής, όπως οι Κάρτερ, Τσίρος, Δάμπασης, Αναστασόπουλος, Γιαννακάκος, Γερμανός κ.λπ.


