Η πρόσφατη κατάκτηση της Ευρωλίγκα από την ομάδα μπάσκετ του Ολυμπιακού φέρνει ξανά στην επιφάνεια τον «αρχιτέκτονα» των επιτυχιών της, τον προπονητή Γιώργο Μπαρτζώκα.
Γράφονται πολλά για εκείνον, αλλά ελάχιστα για τον πατέρα του, Ανδρέα, ο οποίος με τη μεταπολεμική πολιτική του δράση στον χώρο της Αριστεράς έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νυν προπονητή, μέσα από δύσκολες και μοναχικές διαδρομές σε ιδιαίτερα σκληρές εποχές για τη χώρα. Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας γεννήθηκε το 1925 στο Κεντρικό Άρτας. Βρέθηκε από τα 12 του στην Αθήνα, όπου συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ. Σπούδασε στην ΑΣΟΕΕ και εργάστηκε ως λογιστής. Εντάσσεται στο ΚΚΕ και βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης και το ταραγμένο μεταπολεμικό περιβάλλον.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1954,ανακοινώνεται η εξάρθρωση «ενός μεγάλου κομμουνιστικού δικτύου και της επιτευχθείσης πλήρους αποδιοργανώσεως του παρανόμου μηχανισμού του ΚΚΕ». Ανάμεσα στους συλληφθέντες εμφανίζεται και το …επίμαχο όνομα :«Ανδρέας Μπαρτζώκας εξ Άρτης, ιδιωτικός υπάλληλος». Ο 29χρονος τότε Ανδρέας κλείνεται στις φυλακές Δραπετσώνας στα Βούρλα, όπου η τρίτη πτέρυγα λειτουργεί αποκλειστικά για πολιτικούς κρατούμενους. Παρότι πρόκειται για φυλακές υψίστης ασφαλείας, εκεί σχεδιάζεται και πραγματοποιείται η μεγαλύτερη απόδραση πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα, στην οποία κεντρικό ρόλο έχει το κελί 13 στο οποίο μένει ο Μπαρτζώκας.

Το σχέδιο βασίστηκε σε αυτοσχέδια εργαλεία, βάρδιες και απόλυτη μυστικότητα, ενώ η υπόγεια σήραγγα που κατασκευάστηκε αποτέλεσε το βασικό μέσο διαφυγής. Χρόνια αργότερα αναφέρει για εκείνη την ιστορική απόδραση: «Αρχίσαμε, εάν θυμάμαι καλά, στις 17 Μαρτίου το ’55 και κράτησε αυτή η δουλειά τέσσερις μήνες, εάν αφαιρέσουμε 15 μέρες, που το είχαμε διακόψει, διότι μας είχαν πάρει χαμπάρι.» Και συνεχίζει: «Πήγαμε κάτω 2,5 μέτρα βάθος και πήραμε την οριζόντια για να βγούμε στα αποδυτήρια ενός εργοστασίου που ήταν απέναντι. Και αυτό το καταφέραμε με ένα σχεδιάγραμμα που φτιάξαμε. Υπολογίσαμε ένα ορθογώνιο τρίγωνο. Την οδό Δογάνης την είχαμε μετρήσει. Στείλαμε συγγενείς μας, εγώ τον αδερφό μου, ο Θόδωρος ο Βασιλόπουλος την αρραβωνιαστικιά του και την μέτρησαν. Ήταν περίπου 10 μέτρα. Από το σημείο απέναντι μέχρι εκεί που υποψιαζόμασταν ότι ήταν τα αποδυτήρια των εργαζομένων ήταν άλλα 10 μέτρα. Άρα η υποτείνουσα έβγαινε στα 18 μέτρα. Πραγματικά τόσο έβγαινε αν εξαιρέσουμε μια μικρή παράκαμψη όταν φτάσαμε στα θεμέλια».

Το μεσημέρι της 17ης Ιουλίου 1955 οι 27 κρατούμενοι βγαίνουν ένας-ένας μέσα από το τούνελ και χάνονται στην πόλη. Η υπόθεση προκαλεί έντονη αίσθηση και τα πρωτοσέλιδα της εποχής μιλούν για «τη μεγαλυτέρα ομαδική απόδρασιν εν Ελλάδι». Στις 22 Ιουλίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως διάταγμα σύμφωνα με το οποίο οι 27 δραπέτες επικηρύσσονται με νόμο του 1871 «περί ληστοκρατίας» ως «λίαν επικίνδυνοι για τη δημόσιαν ασφάλειαν». Από τους 27 δραπέτες, ένας δολοφονείται, έντεκα διαφεύγουν και δεκαπέντε συλλαμβάνονται, μεταξύ των οποίων και ο Μπαρτζώκας. Συλλαμβάνεται τον Ιανουάριο του 1956 σε σπίτι στα Πατήσια.

Η δίκη του, μαζί με άλλους 41 κατηγορούμενους, με την κατηγορία της «παράβασης του αναγκαστικού νόμου 375 περί κατασκοπίας», ξεκινά στα τέλη Απριλίου 1960 στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών. Στην απολογία του στις 5 Μαΐου ο Μπαρτζώκας τονίζει: «Απορρίπτω με αγανάκτηση την συκοφαντική και ατιμωτική κατηγορία της κατασκοπίας. Τίποτα δεν μπορεί να με οδηγήσει σε αυτή την άθλια πράξη που λέγεται κατασκοπεία», υποστηρίζοντας ότι διώκεται όχι για πράξεις αλλά για την ιδεολογία του. Παρότι ο Βασιλικός Επίτροπος ζητά την καταδίκη του σε ισόβια, τελικά κηρύσσεται παμψηφεί αθώος και αποφυλακίζεται. Εντάσσεται στην ΕΔΑ και στις 21 Απριλίου 1963 συμμετέχει στην πρώτη πορεία Ειρήνης, όπου και συλλαμβάνεται μαζί με τους Μίκη Θεοδωράκη, Μίνω Αργυράκη, Αλέκο Αλεξανδράκη, Αλίκη Γεωργούλη και άλλους μετά από συμπλοκή στους Αμπελόκηπους. Το 1966 εκτίει οκτάμηνη φυλάκιση με τον Ν. 942.
Με την επιβολή της Απριλιανής δικτατορίας εξορίζεται σε διάφορες περιοχές της χώρας. Αυτή τη φορά όμως δεν είναι ίδια η κατάσταση στην οικογένεια του, αφού τον Ιουνίου του 1965 έχει γεννηθεί ο γιός του Γιώργος. Οι πρώτες αναμνήσεις του τελευταίου δεν είχαν τίποτα από την ανεμελιά της μεταπολεμικής ελληνικής οικογένειας. Ήταν εικόνες φόβου. Πολλά χρόνια αργότερα μιλά για αυτές τις αναμνήσεις στον Γιώργο Παπαδογιάννη: «Όταν ήμουν μικρός, τον καιρό της Χούντας, θυμάμαι να μπουκάρουν ασφαλίτες στο σπίτι μας και να ψάχνουν κάτω από τα κρεβάτια όπου κοιμόμουν εγώ και η αδελφούλα μου. Τελικά έπιασαν τον καταζητούμενο πατέρα μου, το 1967, στη σκάλα του αεροπλάνου, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει για το Παρίσι. Ακολούθησαν φυλακές και εξορίες, έχω εικόνες από τόπους μαρτυρίου όπως η Λέρος. Για δέκα χρόνια η οικογένεια έζησε χωρίς τον πατέρα μου. Δεν είχαμε εισοδήματα, μας τάιζαν οι θείοι μου. Του το έχω καταλογίσει σε έναν μικρό βαθμό αυτό, όσο υπερήφανος και αν νιώθω που είμαι γιος του. Μπορούσε να υπογράψει και να βγει. Δεν το έκανε. Έζησε τα προαιώνια διλήμματα, όλων των επαναστάσεων».

Όπως είναι φυσικό, ο Γιώργος Μπαρτζώκας βιώνει έντονα αυτή την περίοδο, που του αφήνει πολλά ερωτήματα και θυμό, όπως έχει περιγράψει σε συνέντευξή του στον Ντέμη Νικολαΐδη: «Ήμουν ένα παιδί που μέχρι τα εννέα του χρόνια δεν ήταν ο πατέρας του σπίτι. Ήταν εξορία, έκανε πολιτικό τουρισμό σε διάφορα νησιά. Λέρο, Αίγινα, Κέρκυρα. Πήγα μια φορά στη Λέρο, είχα πάει τεσσάρων χρόνων με τη μάνα μου, έχω πολύ έντονα την εικόνα, επί χούντας. Ο πατέρας μου είχε διαλέξει αυτό τον τρόπο. Υπήρχε το κλασικό, αν υπογράψεις το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων, γυρίζεις πίσω. Οι περισσότεροι αριστεροί δεν το έκαναν. Αυτό είχε μεγάλη γενναιότητα. Από την άλλη πλευρά υπήρχε μεγάλη οικογενειακή φθορά. Ήμασταν δύο αδέρφια, με τη μητέρα μου αντιμετωπίσαμε πολλά προβλήματα. Πέρασα πολύ έντονα αυτό το στάδιο του θυμού (που έβαζε τις ιδέες του πιο πάνω). Ας πούμε “δέκα χρόνια, πού ήσουν, γιατί δεν γύρισες πίσω;” Υπήρχε ο φόβος, μεγάλωσα με έναν φόβο. Όταν έμπαιναν ασφαλίτες σπίτι μας όταν ήμασταν μικροί, υπήρχε φόβος, φοβόμουν τους αστυνομικούς μικρός. Έμπαιναν στο σπίτι να ψάξουν τον πατέρα μας, όταν ήταν καταζητούμενος».

Τα χρόνια πέρασαν, οι πληγές δεν εξαφανίστηκαν, αλλά άλλαξαν μορφή. Ο νεανικός θυμός μετατράπηκε σε κατανόηση και σεβασμό για τις πατρικές επιλογές, ενώ κράτησε τις θετικές επιρροές που είχαν αυτές στη ζωή του: «Ο οικογενειακός μας κύκλος περιλάμβανε προσωπικότητες όπως ο Ηλίας Ηλιού, ο Λεωνίδας Κύρκος, ο Μίκης Θεοδωράκης. Μία ή δύο φορές την εβδομάδα, ο πατέρας με έπαιρνε μαζί του στη διοικούσα επιτροπή της ΕΔΑ στην Ακαδημίας. Έτσι μεγάλωσα. Μέσα σε όλα αυτά, εκείνος ήταν και πρόεδρος των Φίλων Ελληνικής Μουσικής και οργάνωνε τις συναυλίες του Μίκη μετά τη μεταπολίτευση. Δεν τον θυμάμαι ποτέ, να λέει κακή κουβέντα για άνθρωπο. Ούτε τους πολιτικούς αντιπάλους του “έκραζε” ούτε τους συντρόφους που πήραν άλλον δρόμο. Διαφωνούσε χωρίς ύβρεις ή προσβολές. Ακόμα και για μερικούς φύλακες από τα μπουντρούμια μιλούσε με σεβασμό. Αυτή είναι η κληρονομιά που μου άφησε. Ο ουμανισμός. Δεν ανταγωνίζομαι κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό μου. Ο αριστερός του 21ου αιώνα είναι αυτός που θέλει το καλό του ανθρώπου και όχι εκείνος που ξέρει νεράκι την οικονομική θεωρία».
Στη μεταπολίτευση ο Ανδρέας Μπαρτζώκας παραμένει στην ΕΔΑ, κατεβαίνει ως υποψήφιος βουλευτής της «Συμμαχίας Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων» στις εκλογές του 1977, καθώς και σε δημοτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του Δημήτρη Μπέη. Παραμένει άνθρωπος χαμηλών τόνων και φεύγει από τη ζωή το 2015 σε ηλικία 90 ετών. Παρότι αρχικά δεν συμφωνούσε με την ενασχόληση του γιου του με τον αθλητισμό, στη συνέχεια παρακολούθησε από κοντά την πορεία του. Όταν μάλιστα η ομάδα του Ολυμπιακού επιστρέφει το 2013 με το κύπελο της Ευρωλίγκα στο ΣΕΦ, ο Γιώργος Μπαρτζώκας διακρίνει μέσα στους χιλιάδες που πανηγυρίζουν το τρόπαιο, τον ηλικιωμένο πατέρα του, και ενημερώνει τους ανθρώπους της ομάδας ώστε να τον «φυγαδεύσουν»- «διασώσουν» μέσα στα αποδυτήρια…


