Το ιταλικό τελεσίγραφο δεν ενεργοποιεί μόνο τον ηρωισμό και την αυτοθυσία ελληνικού λαού και στρατευμένων, αλλά φέρνει στην επιφάνεια καταπιεσμένους από την δικτατορία Μεταξά τρόπους έκφρασης, όπως το χιούμορ και την σάτιρα.
Οι γελοιογράφοι, απελευθερωμένοι από τα δεσμά της λογοκρισίας, σκιτσάρουν επιτέλους ελεύθεροι μια από τις σημαντικότερες σελίδες της ελληνικής δημοσιογραφίας. Από την πρώτη ημέρα του πολέμου οι εφημερίδες κατακλύζονται από σκίτσα στα οποία κυριαρχεί η γελοιοποίηση του Ιταλού ηγέτη, το φαμφαρονικό ύφος του οποίου αποτελεί εύκολο στόχο για τους γελοιογράφους της εποχής. Σε αυτά, ο Μουσολίνι περιγράφεται ως ανεγκέφαλος μπουνταλάς, με τη στομφώδη φρασεολογία και τις πατριωτικές του κορώνες, να καταρρέουν σαν χάρτινος πύργος μπροστά στον Έλληνα φαντάρο που τον τρέπει σε άτακτη φυγή.

“Το «Μολών λαβέ”, κατά μετάφρασιν εις την …ευζωνικήν”, Του Σοφοκλή Αντωνιάδη.
Σημαντικότεροι γελοιογράφοι αυτής της “ηρωικής” περιόδου είναι οι Νίκος Καστανάκης (1896-1961), Αντώνης Βώττης (1890-1970), Γιώργος Γκεϊβέλης (1893-1976), Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977), Σοφοκλής Αντωνιάδης (1894-1978), Κώστας Μπέζος (1905-1943), Σταμάτης Πολενάκης (1908-1997), Ανδρέας Βλασσόπουλος (1909-1989) και Παύλος Παυλίδης (1911-1979).

Γελοιογραφία του Καστανάκη με την …τσαρουχοβροχή να αναφέρεται στο ημερολόγιο του Μουσουλίνι ως αιτία αποτυχίας της επίθεσης :“Η βροχή και η κακοκαιρία μας ημπόδισε την προέλασιν”.
Αν τις πρώτες ημέρες στις γελοιογραφίες κυριαρχεί η μορφή του Ιταλού δικτάτορα, η ελληνική προέλαση των επομένων ημερών “στοχοποιεί” αυτή τη φορά τον Ιταλό στρατιώτη. Τα λοφία με φτερά και οι διαφημισμένοι αλλά ηττημένοι Κένταυροι, δημιουργούν το στερεότυπο του δειλού Ιταλού. Οι εισβολείς παρουσιάζονται ως κοκορόφτεροι μαλθακοί, μακαρονάδες, έτοιμοι να το βάλουν στα πόδια μπροστά στον τσολιά που η παρουσία του και μόνο με την κραυγή “Αέρα”, αρκούν για να τρομοκρατηθούν. Οι ηρωικές νίκες του μετώπου άλλωστε, επιβεβαιώνουν την διακωμώδηση των Ιταλών αφού ο υποσυνείδητος φόβος του πολέμου, επιβάλει την γελοιοποίηση του αντιπάλου.

“Ο νέος Νέρων” του Σταμάτη Πολενάκη.
Ο τελευταίος είναι γελοίος, εμείς ανδρείοι, άρα η νίκη και το τέλος είναι κοντά, πριν προλάβει ο τελευταίος πόλεμος να μετατραπεί σε φρίκη. Από τον Απρίλιο του 1941 η κούραση του νικηφόρου πολέμου και η επικείμενη γερμανική επίθεση, κάνουν βαρύτερο το κλίμα κι από αυτό δεν μπορούν να ξεφύγουν ούτε οι γελοιογράφοι. Ο Χίτλερ δεν αποτελεί καρικατούρα όπως ο Μουσολίνι, τα σκίτσα όπου η ηρωική μικρή Ελλάδα μάχεται έναν αριθμητικά υπέρτερο αντίπαλο κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ επιστρατεύεται η Παναγία και ο Θεός της Ελλάδας που στο τέλος δεν θα την αφήσει να χαθεί.

Γελοιογραφία αγνώστου που λίγους μήνες πριν δεν θα περνούσε την λογοκρισία ως άσεμνη. Ο κουρέας Μουσολίνι στον Έλληνα τσολιά :“-Δεν φτάνω να σε ξυρίσω. Είσαι ψηλός – Ε ξούρα ως που φτάνεις”.
Σημαντικότεροι γελοιογράφοι αυτής της “ηρωικής” περιόδου είναι οι Νίκος Καστανάκης (1896-1961), Αντώνης Βώττης (1890-1970), Γιώργος Γκεϊβέλης (1893-1976), Φωκίων Δημητριάδης (1894-1977), Σοφοκλής Αντωνιάδης (1894-1978), Κώστας Μπέζος (1905-1943), Σταμάτης Πολενάκης (1908-1997), Ανδρέας Βλασσόπουλος (1909-1989) και Παύλος Παυλίδης (1911-1979).
