Από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση έκανε ό,τι απαιτείται ώστε σε θεσμικό επίπεδο να αυστηροποιηθεί το νομικό καθεστώς των επισυνδέσεων, ενώ σε πολιτικό επίπεδο ξεκαθάρισε σε όλους τους τόνους ότι η αλήθεια πρέπει να αναδειχθεί στις διαστάσεις που πραγματικά έχει. Χωρίς καμία παρέμβαση στο έργο της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης και χωρίς να υιοθετεί την προσφιλή τακτική της αντιπολίτευσης να βαφτίζει ενόχους χωρίς δίκες.
Σε ένα κράτος δικαίου, η Δικαιοσύνη ήταν και παραμένει ο τελικός κριτής που λειτουργεί ανεπηρέαστα από κομματικές υπερβολές ή σκοπιμότητες. Αυτή είναι η μεγάλη, ποιοτική, διαφορά της κυβέρνησης από την αντιπολίτευση: Οτι εμπιστεύεται συνολικά, διαχρονικά και με σεβασμό την ελληνική Δικαιοσύνη και όχι αλά καρτ. Σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα, που όταν θεωρούν ότι οι αποφάσεις τούς ευνοούν χειροκροτούν τους δικαστές, ειδάλλως τους σταυρώνουν.
Το είδαμε σε υποθέσεις που δοκίμασαν τις αντοχές του πολιτικού συστήματος και την ανοχή της κοινωνίας, όπως η υπόθεση Novartis με τους κουκουλοφόρους μάρτυρες, που τελικά καταδικάστηκαν για ψευδομαρτυρία, το ειδικό δικαστήριο για τις τηλεοπτικές άδειες, αλλά και σε υποθέσεις όπως το Μάτι. Σε όλες τις περιπτώσεις η Νέα Δημοκρατία τάχθηκε υπέρ της δικαστικής διερεύνησης, περιμένοντας την τελική κρίση των φυσικών δικαστών. Δεν εργαλειοποίησε ποτέ τις υποθέσεις και δεν παρασύρθηκε από την τοξικότητα και τον λαϊκισμό της αντιπολίτευσης.
Ας απαντήσουν, λοιπόν, οι επικεφαλής των κομμάτων, που κόπτονται για το κράτος δικαίου, αν εμπιστεύονται πάντα τη Δικαιοσύνη ή αν αποφασίζουν κατά περίπτωση και προς ίδιον όφελος.