Από το 2022, οπότε εντάχθηκε στο δυναμικό του Οργανισμού, η Yasmin έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από 200 περιπολίες στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου, καλύπτοντας μαζί με τον χειριστή της πάνω από 1.000 χιλιόμετρα. Η βράβευσή της δεν ήταν απλώς μια τιμή σε ένα ζώο, αλλά μια αναγνώριση του κρίσιμου έργου που επιτελούν οι ΕΜΑΔΔ για την προστασία του περιβάλλοντος.
Σοβαρή απειλή
Το πρόβλημα των δηλητηριασμένων δολωμάτων παραμένει μία από τις πιο σοβαρές απειλές για την άγρια πανίδα της χώρας. Μόνο το 2024, οι ΕΜΑΔΔ πραγματοποίησαν 269 περιπολίες, διερεύνησαν 39 περιστατικά πιθανής χρήσης δηλητηριασμένων δολωμάτων, εντόπισαν 255 ύποπτα δολώματα και κατέγραψαν 134 νεκρά ζώα. Ο απολογισμός δείχνει το μέγεθος της μάστιγας που εξακολουθεί να πλήττει την ελληνική ύπαιθρο.
Η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων έχει μακρά ιστορία. Αρχισε στις αρχές του 20ού αιώνα και εντάθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η στρυχνίνη χρησιμοποιούταν ευρέως για τον έλεγχο ειδών, όπως ο λύκος και η αλεπού. Το 1969 η πρακτική είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα, προκαλώντας παράπλευρες απώλειες σε πτωματοφάγα είδη. Το 1981 απαγορεύτηκε η χρήση για το ευρύ κοινό, ενώ το 1993 η απαγόρευση επεκτάθηκε σε όλους. Παρά ταύτα, η παράνομη χρήση συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Οι συνέπειες είναι δραματικές. Την εικοσαετία 2000-2020 καταγράφηκαν περισσότερες από 350 νεκρές αλεπούδες και πάνω από 200 όρνεα, ενώ η πρακτική έχει οδηγήσει σχεδόν στην εξαφάνιση σπάνιων ειδών όπως ο γυπαετός, ο μαυρόγυπας και ο ασπροπάρης. Σήμερα στην ηπειρωτική Ελλάδα απομένουν μόλις 30-35 ζευγάρια μαυρόγυπα και περίπου 20 ζευγάρια όρνιων, αριθμοί που αποτυπώνουν τη δραματική συρρίκνωση των πληθυσμών.

Μεγάλες απώλειες
Η δηλητηρίαση δεν πλήττει μόνο την άγρια ζωή. Σκύλοι εργασίας, κυνηγόσκυλα και ποιμενικοί συγκαταλέγονται στα πιο συχνά θύματα, προκαλώντας μεγάλες οικονομικές απώλειες στους ιδιοκτήτες τους. Παράλληλα, οι τοξικές ουσίες που χρησιμοποιούνται, όπως το Methomyl, το Carbofuran και το Endosulfan, αποτελούν σοβαρή απειλή για τη δημόσια υγεία, καθώς αρκεί μια μικρή ποσότητα για να προκαλέσει θανάτους.
Τα δολώματα τοποθετούνται σε κατοικημένες ή περιαστικές περιοχές, με τον κίνδυνο να τα βρει ένας ανυποψίαστος περαστικός ή ακόμη και ένα παιδί. Σύμφωνα με τον ΟΦΥΠΕΚΑ, το κίνητρο πίσω από ένα περιστατικό δηλητηρίασης είναι αρκετά δύσκολο να αποκαλυφθεί. Πολλά περιστατικά δηλητηρίασης στοχεύουν είδη που θεωρείται πως απειλούν τη ζωική παραγωγή, όπως είναι ο λύκος, η αλεπού, η αρκούδα και άλλα μικρότερα θηλαστικά (π.χ. κουνάβια ή νυφίτσες).
Αντίστοιχα, τα δηλητηριασμένα δολώματα έχουν συχνά ως στόχο ζώα που προκαλούν ζημιές στις καλλιέργειες, όπως ο ασβός, ο αγριόχοιρος, το κοράκι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκτός από την απώλεια ειδών της άγριας πανίδας, θανατώνονται δεκάδες σκυλιά, προκαλώντας μεγάλες οικονομικές απώλειες στους ιδιοκτήτες τους.
ΤΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΜΕΝΑ ΔΟΛΩΜΑΤΑ
Ως δηλητηριασμένο δόλωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί οτιδήποτε βρώσιμο. Μπορεί να είναι κάτι πολύ μικρό, όπως ένα κομμάτι ψάρι, ένα κομμάτι λουκάνικο ή ένα κεφτεδάκι ή κάτι πολύ μεγάλο, όπως ένα ολόκληρο νεκρό πρόβατο ή άλογο. Συνήθως οι δράστες τα παρασκευάζουν χρησιμοποιώντας τοξικές ουσίες, που συχνά είναι κάποιο φυτοφάρμακο νόμιμο ή παράνομο. Αλλο είδος συχνά χρησιμοποιούμενου δηλητηριασμένου δολώματος είναι τα κυανίου, που αποτελούνται από κυανιούχα άλατα μέσα σε παραφίνη και μοιάζουν με μικρά κομματάκια από κερί.