Το ευρωπαϊκό έργο CARDIMED στη Σίφνο – η οποία τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται από την έλλειψη νερού που εντείνεται από την αυξανόμενη πίεση του υπερτουρισμού και έχει κηρυχθεί ήδη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης – αξιοποιεί τη μορφολογία του εδάφους και των περιορισμένων αλλά πολύτιμων βροχοπτώσεων, με τις ξερολιθιές να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Το σύστημα «τρέχει» η ερευνητική ομάδα I-SENSE Group του ΕΠΙΣΕΥ (Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Συστημάτων Επικοινωνίας & Υπολογιστών) του ΕΜΠ. Οι ξερολιθιές τοποθετημένες ως «αναβαθμοί» μέσα στα ρέματα, λειτουργούν σαν ένα φυσικό φράγμα ελέγχου της ροής του νερού, επιτρέποντας τη συγκράτησή του και τη σταδιακή διείσδυσή του στο έδαφος. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται ο υδροφόρος ορίζοντας, μειώνεται η διάβρωση και αυξάνεται η εδαφική υγρασία, συμβάλλοντας συνολικά στην προσαρμογή του τοπίου στις νέες κλιματικές συνθήκες. Αυτά τα φράγματα ελέγχου εξοπλίστηκαν από ερευνητές του ΕΜΠ με σύγχρονους αισθητήρες στάθμης νερού, αισθητήρες υγρασίας εδάφους και με έναν ειδικό μετεωρολογικό σταθμό, δηλαδή με ψηφιακά εργαλεία που παρακολουθούν τις διακυμάνσεις της στάθμης του νερού σε πραγματικό χρόνο.
Συλλέγοντας αυτά τα συγκεκριμένα δεδομένα, οι τοπικές αρχές και οι ερευνητές μπορούν να αξιολογήσουν με ακρίβεια πόσο νερό συγκρατείται και πόσο αποτελεσματικά ανακάμπτουν οι υδροφορείς. «Το σύστημα παρακολούθησης που εγκαταστήσαμε πρόσφατα περιλαμβάνει έναν μετεωρολογικό σταθμό και αισθητήρες υγρασίας οι οποίοι προσφέρουν τοπικά δεδομένα από το ίδιο το σημείο των αναβαθμών και βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών που επηρεάζουν τη λειτουργία τους, ιδιαίτερα μετά από βροχοπτώσεις», σημειώνει ο δρ Αγγελος Αμδίτης, ιδρυτής του I-SENSE Group και διευθυντής έρευνας και ανάπτυξης του ΕΠΙΣΕΥ του ΕΜΠ.
«Οταν στα δεδομένα αυτά που παίρνουμε από τις επιτόπιες μετρήσεις προστίθενται και δορυφορικά δεδομένα γεωπαρατήρησης που λαμβάνουμε από το οικοσύστημα του Copernicus και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA), είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε καλύτερα πώς οι ξηρολιθικές παρεμβάσεις επηρεάζουν τη συγκράτηση νερού, την εδαφική υγρασία και τη βλάστηση. Και σε αυτό τον συνδυασμό δεδομένων έγκειται η πραγματική καινοτομία στην πιλοτική μελέτη της Σίφνου», προσθέτει ο δρ Παναγιώτης Μιχαλής, υπεύθυνος του έργου CARDIMED και ερευνητής στο I-SENSE Group.
ΤΑ ΟΦΕΛΗ
Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής της προσέγγισης Water–Energy–Food–Ecosystem (WEFE) σε νησιωτικό περιβάλλον. Με την αποκατάσταση του φυσικού κύκλου του νερού ενισχύεται η βιοποικιλότητα, διασφαλίζεται πιο σταθερή διαθεσιμότητα νερού για την τοπική γεωργία και μειώνεται η εξάρτηση από ενεργοβόρες λύσεις, όπως η αφαλάτωση. Παράλληλα, δημιουργείται ένα μοντέλο που μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλα νησιά με παρόμοια χαρακτηριστικά. Να σημειωθεί ότι εντός Μαΐου αναμένεται και η εγκατάσταση ενός δεύτερου συστήματος παρακολούθησης της στάθμης ύδατος, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη συλλογή δεδομένων πεδίου.

Πιλοτικές εφαρμογές
Το CARDIMED αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή στη Μεσόγειο, φιλοδοξώντας να μετατρέψει τη θεωρία των λύσεων βασισμένων στη φύση σε εφαρμοσμένη, μετρήσιμη και επεκτάσιμη πραγματικότητα. Χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα Horizon Europe και με χρονικό ορίζοντα υλοποίησης την περίοδο 2023–2028, το έργο συγκεντρώνει περισσότερους από 40 εταίρους από όλη την Ευρώπη και τη Μεσόγειο, αναπτύσσοντας ένα δίκτυο πιλοτικών εφαρμογών σε διαφορετικά γεωγραφικά και κλιματικά περιβάλλοντα. Στόχος του δεν είναι απλώς η επίδειξη μεμονωμένων τεχνολογικών λύσεων, αλλά η διαμόρφωση ενός ενιαίου μοντέλου ανθεκτικότητας, όπου η διαχείριση των φυσικών πόρων, η ψηφιακή τεχνολογία και η κοινωνική συμμετοχή λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύστημα.