Πλήττει τις ακτές για λίγα μόνο λεπτά της ώρας και πριν/μετά από αυτό η θάλασσα συνεχίζει να έχει τη συνηθισμένη δραστηριότητα της με μικρό ή μεγάλο κυματισμό, σαν να μη συνέβη τίποτα. Δεν έχει σχέση με τις παλίρροιες, για αυτό είναι λάθος να ονομάζεται παλιρροϊκό και δεν είναι «κύμα βαρύτητας».
Μιλώντας στον «Ε.Τ.», ο ομότιμος καθηγητής Γεωλογίας του ΑΠΘ, Σπύρος Παυλίδης, ξεκαθαρίζει ότι το τσουνάμι δεν έχει σχέση με τα μεγάλα θαλάσσια κύματα του ωκεανού που οφείλουν τη δημιουργία τους σε ατμοσφαιρική επίδραση και εξαφανίζονται στα 10 με 20 μέτρα βάθος νερού. Αντίθετα, είναι κύματα που δημιουργούνται σε ανοικτές θάλασσες λόγω υποθαλάσσιων σεισμών ή/και κατολισθήσεων, οι οποίοι μετακινούν όγκους νερού ανάλογα με το βάθος της θάλασσας. Ενώ στα ανοικτά η ταχύτητα των συγκεκριμένων κυμάτων φτάνει τα 800 χλμ./ώρα, στα ρηχά μειώνεται, με αποτέλεσμα την αύξηση του ύψους τους. «Το τσουνάμι είναι κύμα περιόδου της τάξης 10-60 λεπτών της ώρας και για παράδειγμα σε ωκεανό βάθους 4.000 μέτρων αναπτύσσει ταχύτητες άνω των 700 χλμ./ώρα. Στις ακτές πλησιάζει με ταχύτητες 90-50 χλμ./ώρα, ενώ τα παράκτια εδάφη τα πλήττει με 40-30 χλμ./ώρα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή, το τσουνάμι είναι μια σειρά επιμέρους σύμφωνων κυμάνσεων (κυματοσυρμός), που «ενώνουν» τα μόρια νερού, τα οποία με αυτόν τον τρόπο αποκτούν «μνήμη σύνδεσης», και σαν συρμός κυμάνσεων κινείται μεταφέροντας τεράστια ενέργεια, περίπου στο 1/10 του σεισμού που το προκάλεσε! «Εχει μεγάλο μήκος, της τάξης πολλών χιλιομέτρων και μικρό πλάτος κύματος όταν διατρέχει τον ωκεανό. Το μήκος, το πλάτος και η ταχύτητα του θηριώδους κύματος μεταβάλλονται συνεχώς καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής του, αφού εξαρτώνται από το βάθος και τις γεωμορφολογικές ανωμαλίες του θαλάσσιου πυθμένα. Καμιά μαθηματική σχέση δεν μπορεί να περιγράψει πλήρως την κίνηση, αν και ευφυή μοντέλα σε υπολογιστές την προσεγγίζουν ικανοποιητικά και ερμηνεύουν τα περισσότερα εμπειρικά δεδομένα και μετρήσεις», είπε.
Παράλληλα, το τσουνάμι είναι ένας πολύπλοκος εσωτερικός στροβιλισμός που ανασκάπτει τον βυθό, ανασηκώνει άμμο και μικροοργανισμούς και το κύμα, σαν μαύρος τοίχος, ακολουθεί τη μοναχική του πορεία.
«Είναι ένα μοναχικό κύμα υψηλής ταχύτητας και χαμηλών απωλειών ενέργειας, που θα μπορούσε να ταξιδεύει γύρω από τη γη πολλές φορές, αν υπήρχαν κατάλληλες συνθήκες χωρίς τριβές και εμπόδια. Οταν όμως φτάνει σε ρηχές θάλασσες, ανυψώνεται, διότι η βάση του αλληλεπιδρά με τον πυθμένα, λόγω της τριβής μειώνεται η ταχύτητά του, μεγαλώνει το πλάτος του (δηλαδή το ύψος του) όπως προαναφέρθηκε, θεριεύει, διαθλάται, ανακλάται, στροβιλίζεται και ξεσπά στις ακτές με τη μορφή “κεφαλής κόμπρας”, όπως πολύ εύστοχα πολλοί αυτόπτες μάρτυρες το περιγράφουν, εκτονώνοντας όση ενέργεια του απέμεινε. Τότε, η φύση “σκοτώνει” άμεσα και ανελέητα τα παιδιά της, ζωντανά του βυθού, κοινωνίες κοραλλιών στα αβαθή, φύκια και όσους ζωικούς οργανισμούς δεν μπορέσουν να ξεφύγουν από τη χερσαία ακτίνα δράσης του, η οποία μπορεί να είναι από λίγα μέτρα ως λίγα χιλιόμετρα», κατέληξε ο ομότιμος καθηγητής.

