Τώρα που καταλάγιασε η σκόνη από τη διπλή αυτοκτονία των 17χρονων κοριτσιών που πρόσφατα θρήνησε το πανελλήνιο, είναι ώρα να μπουν τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση. Όσο μπορούν να μπουν.
Μετά από τέτοια οδυνηρά γεγονότα όπου ανατρέπεται η φυσική ροή των πραγμάτων χρειάζεται χρόνος για να αποκατασταθεί η έστω ψευδεπίγραφη κανονικότητα όπου τα παιδιά νοιάζει μόνο το σχολείο και οι βόλτες με τους φίλους τους, ενώ τους γονείς απασχολούν οι μικρές καθημερινές μάχες με τα βλαστάρια τους.
Χρειάζεται απόσταση ώστε να εκτονωθούν βαριά συναισθήματα, που προκαλεί ένα τόσο αποτρόπαιο γεγονός. Και πάνω απ’ όλα θυμός και απόγνωση. Απόγνωση για το μέγεθος της τραγωδίας που δεν μπορείς να συλλάβεις, και για το πως συνεχίζεις να ζεις με αυτό ή έστω με το ενδεχόμενο να συμβεί το ίδιο σε εσένα. Θυμός με ένα άγνωστο πράγμα που απειλεί να ταράξει την τάξη των πραγμάτων έτσι όπως την έχουμε συνηθίσει.
Οι γονείς να φεύγουν πρώτοι αφού έχουν ολοκληρώσει το έργο της ανατροφής ανεξάρτητων και ικανών ανθρώπων για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής, και ακολουθούν τα παιδιά, όταν ολοκληρώσουν με τη σειρά τους τον κύκλο. Και κάτι ακόμα πιο σοκαριστικό και κάπως ανομολόγητο: αυτή η αγανάκτηση και η οργή που νιώθεις να σε κατακλύζει αφορά και τα δύο τραγικά κορίτσια που πετώντας στον ουρανό, πέταξαν στον κάλαθο των αχρήστων τα νιάτα τους, το μέλλον τους, την αγάπη των γονιών τους, τις πιθανότητες να κάνουν σπουδαία πράγματα στο μέλλον τους ή να ζήσουν μια χρήσιμη ζωή, αφήνοντας άδειες αγκαλιές και τέσσερα ζωντανά κουφάρια με το ισόβιο βασανιστήριο της απώλειας ότι πιο πολύτιμου μπορεί να έχει ο άνθρωπος, μαζί με το ανελέητο ερώτημα πως και πόσο έφταιξαν οι ίδιοι, στο οποίο δεν θα πάρουν δυστυχώς ποτέ απάντηση.
Η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στον ψυχικό κόσμο των εφήβων, εκεί που μέσα στον άγριο πόλεμο ορμονών, προτύπων, τάσεων και απανωτών ανακατατάξεων της εποχής αναζητούν έναν λόγο να ζουν. Μια τέτοια συναισθηματική κατάσταση μοιάζει με εκκρεμές που πάει από το απόλυτο cool –πόσο προσφιλές και σαν έκφραση και σαν κατάσταση στα σημερινά παιδιά- στο θυμό. Με έμφαση κυρίως στη μία και την άλλη άκρη του εκκρεμούς. Σχεδόν ποτέ στη μέση. Σπάνια θα δεις στα σημερινά παιδιά μετριοπαθείς παιδικές ή έστω τυπικές εφηβικές συμπεριφορές όπως τις ξέραμε και όπως τις καταγράφει η παγκόσμια βιβλιογραφία. Έως τώρα.
Η στάση τους τις περισσότερες φορές ή έχει αυτό το παγωμένο cool ή σιγοβράζει μια βία, που νιώθεις ανά πάσα στιγμή έτοιμη να ξεσπάσει. Παιδιά αναίτια θυμωμένα, οργισμένα, επιθετικά. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, αν τυχόν εμπλακείς σε καμιά συζήτηση μαζί τους σε κοιτούν με ένα bossy ύφος μια και έχουν μάθει από τα σπίτια τους να είναι τα αφεντικά των καταστάσεων, και σου πετάνε κατάμουτρα τι είναι δικαίωμά τους και τι δεν είναι δικαίωμά σου φυσικά. Πρόσφατα είδα σε τάξη Δ΄Δημοτικού φυλλάδιο με τα δικαιώματα των παιδιών και ολόκληρη εργασία πάνω σε αυτό, αλλά για υποχρεώσεις, τσιμουδιά! Για ευθύνη απέναντι στην τάξη, στην οικογένεια, στο κοινωνικό σύνολο, ούτε μισή λέξη.
Και από την άλλη μεριά αδρανείς γονείς από κακή γνώση, από αδιαφορία ή από φόβο μην τα κάνουν χειρότερα. Ε, όταν τα πράγματα φθάνουν εκεί, το παιχνίδι έχει ήδη χαθεί. Όταν ο προπονητής φοβάται τον προπονούμενο, κανένας αγώνας δεν μπορεί να κερδηθεί. Όταν οι περιοχές δικαιοδοσίας γονιών και παιδιών δεν είναι ξεκαθαρισμένες στο μοντέλο «αγαπιόμαστε, σεβόμαστε, φροντίζουμε ο ένας τον άλλον –ο καθένας φυσικά με τις δυνάμεις του- αλλά αυτοί που αποφασίζουν είναι οι γονείς, που σίγουρα αγαπούν τα παιδιά τους και σίγουρα ξέρουν περισσότερα ως ενήλικοι», το παιχνίδι είναι χαμένο από τα αποδυτήρια.
Αλλά για να το κάνεις και να το επιβάλλεις αυτό πρέπει να έχεις και το ηθικό ανάστημα για να γίνεις πιστευτός. Πρέπει και να το πιστεύεις και να το αποδεικνύεις. Καθημερινά με τις πράξεις σου. Με τα ΟΧΙ σου, με τη διάθεσή σου να είσαι εκεί ουσιαστικά δίπλα στο παιδί αλλά και τη διάθεση να του χαλάσεις χατήρι όταν επιβάλλεται, και να υποστείς τα μούτρα του και τη δυσμένεια στην οποία θα πέσεις. Δεν είναι εύκολο όλο αυτό, ειδικά στις μέρες μας που έχουν θολώσει τα όρια ανήλικου και ενήλικου, τα όρια καλού και κακού είναι πιο δυσδιάκριτα, και κάθε μέρα παλεύουμε όλοι οι γονείς ανάμεσα σε αυτό που επτρέπεται και σε αυτό που απαγορεύεται. Αλλά αξίζει τον κόπο και είναι απαραίτητο. Όσο απαραίτητο και υπέροχο σου φάνηκε όταν σου ήρθε να κάνεις παιδί.
ΥΓ Με όλα αυτά καθόλου δεν θέλω να κάνω το δάσκαλο σε κανέναν και ειδικά στους τραγικούς γονείς. Οϋτε είμαι σε θέση, ούτε και θα το τολμούσα ποτέ. Αλλά καμιά φορά με πιάνει θυμός και αγανάκτηση όπως, προχθές που διάβασα για το σύλλογο γονέων & κηδεμόνων σχολείων της Ηλιούπολης, που αυτό που σκέφτηκαν μετά το τραγικό συμβάν ήταν να ζητήσουν από το Υπουργείο Παιδείας ειδική μοριοδότηση στις Πανελλαδικές για τα βλαστάρια τους. Πόσο αξιοθρήνητοι!






















