Πίσω από αυτήν την επιτυχία βρίσκονταν δύο Ελληνες μετανάστες, δεμένοι όχι μόνο με επιχειρηματικό συμφέρον αλλά και με προσωπική σχέση που έμοιαζε ακλόνητη. Σήμερα, όμως, μια διαμάχη ανάμεσα στους κληρονόμους των δύο Ελλήνων μεταναστών εξελίσσεται στα ομοσπονδιακά δικαστήρια της Νέας Υόρκης, με κατηγορίες για απάτη, παραβίαση εμπιστοσύνης, απόκρυψη συμφωνιών και στέρηση μιας κληρονομιάς που, κατά τους ενάγοντες, άξιζε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια.

Αφετηρία
Η αρχή έγινε τη δεκαετία του 1980. Ο Γιώργος Μενεγάτος και ο Νικόλαος Ευαγγελινός, δύο Ελληνες της Ομογένειας, ξεκίνησαν από ένα μικρό κατάστημα με την επωνυμία «Bagel Buffet» στο West Village του Μανχάταν. Το μαγαζί γνώρισε επιτυχία και σύντομα οι δύο συνέταιροι είδαν ότι η πραγματική προοπτική βρισκόταν όχι μόνο στη λιανική, αλλά στη μαζική παραγωγή. Μετακόμισαν την επιχείρηση στην Αστόρια του Κουίνς, καρδιά της ελληνικής κοινότητας, και στράφηκαν στη χονδρική πώληση. Εκεί γεννήθηκε η New Yorker Wholesale Bagels.
Με τα χρόνια, η εταιρία μεγάλωσε θεαματικά. Οι οικογένειες των δύο συνεταίρων έγιναν σχεδόν μία. Τα παιδιά μεγάλωσαν μαζί, υπήρχαν κουμπαριές, βαφτίσια, κοινά τραπέζια και γιορτές. Ο Σπύρος Μενεγάτος, μάλιστα, έγινε κουμπάρος στην οικογένεια Ευαγγελινoύ, ένας δεσμός με ιδιαίτερη βαρύτητα στην ελληνορθόδοξη παράδοση, που δύσκολα φαντάζεται κανείς να διαρρηγνύεται.
Οι γιοι του Γιώργου Μενεγάτου, ο Σπύρος και ο Στίβεν, εργάστηκαν στην επιχείρηση από νεαρή ηλικία. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με την αγωγή που κατέθεσαν εις βάρος του Στέφανου Ευαγγελινού, γιου του έτερου ιδρυτή της επιχείρησης, ήταν ενεργά στελέχη, γνώριζαν τη λειτουργία της εταιρίας και είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι το μέλλον τους ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτήν. Η πεποίθηση αυτή, όπως υποστηρίζουν, δεν ήταν απλώς προφορική ή συναισθηματική. Βασιζόταν σε γραπτή συμφωνία.
Το 2016, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, υπογράφηκε συμφωνία μετόχων ανάμεσα στους δύο ιδρυτές. Η συμφωνία προέβλεπε ότι, σε περίπτωση θανάτου του ενός, το μερίδιό του στην εταιρία θα περνούσε στα παιδιά του. Για την οικογένεια Μενεγάτου, αυτό σήμαινε ότι το 50% της επιχείρησης θα περνούσε στους δύο γιους.
Απώλεια
Ολα άλλαξαν τον Μάρτιο του 2021. Ο Γιώργος Μενεγάτος πέθανε από επιπλοκές της Covid-19. Η απώλεια ήταν όχι μόνο οικογενειακή αλλά και επιχειρηματική. Τότε, σύμφωνα με την αγωγή, άρχισε να ξετυλίγεται μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο Στέφανος Ευαγγελινός, γιος του συνεταίρου του εκλιπόντος και βασικό στέλεχος της εταιρίας, φέρεται να αμφισβήτησε την ύπαρξη της συμφωνίας του 2016. Υποστήριξε ότι η επιχείρηση λειτουργούσε πάντα με «προφορικές συνεννοήσεις» και ότι δεν υπήρχε κανένα δεσμευτικό έγγραφο που να κατοχυρώνει τα δικαιώματα των παιδιών του Μενεγάτου.
Η οικογένεια Μενεγάτου ισχυρίζεται ότι αυτή η θέση δεν διατυπώθηκε μόνο προφορικά, αλλά συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες ενέργειες. Σύμφωνα με την αγωγή, ο Στέφανος Ευαγγελινός φέρεται να έδωσε παραπλανητικές πληροφορίες στη χήρα του Γιώργου Μενεγάτου, στους δικηγόρους και τον λογιστή της εταιρίας, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως τον μοναδικό διαχειριστή και ουσιαστικό ιδιοκτήτη της επιχείρησης.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη διαδικασία αποτίμησης της περιουσίας του εκλιπόντος. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το μερίδιο του Γιώργου Μενεγάτου αποτιμήθηκε στα 1,83 εκατομμύρια δολάρια, ποσό που, κατά την άποψή τους, δεν ανταποκρίνεται σε καμία περίπτωση στην πραγματική αξία της εταιρίας. Με βάση τα οικονομικά στοιχεία και τον τζίρο, υποστηρίζουν ότι η αξία του μεριδίου θα έπρεπε να κυμαίνεται μεταξύ 10 και 15 εκατομμυρίων δολαρίων. Η διαφορά αυτή, λένε, δεν είναι απλώς λογιστικό λάθος αλλά αποτέλεσμα εσκεμμένης υποβάθμισης.

Η αγωγή περιγράφει ακόμη μια σειρά από ενέργειες που, σύμφωνα με τους Μενεγάτους, συνιστούν παραβίαση εμπιστευτικής σχέσης. Γίνεται λόγος για οικονομικές κινήσεις που ωφέλησαν τον Ευαγγελινό προσωπικά, για πιέσεις προς τον Σπύρο Μενεγάτο να υπογράψει έγγραφα που του κόστισαν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, καθώς και για χρήση εταιρικών κεφαλαίων προς όφελος φίλων και συγγενών.
Η ρήξη κορυφώθηκε όταν, σύμφωνα πάντα με την αγωγή, ο Στίβεν Μενεγάτος και η αδελφή του, Joy, απολύθηκαν από την εταιρία. Για μια οικογένεια που θεωρούσε την επιχείρηση κατά 50% δική της η κίνηση αυτή ισοδυναμούσε με πλήρη αποκλεισμό.
Σήμερα, οι Σπύρος και Στίβεν Μενεγάτος ζητούν αποζημιώσεις που ξεπερνούν τα 25 εκατομμύρια δολάρια. Η αγωγή περιλαμβάνει κατηγορίες για απάτη, απόκρυψη στοιχείων, παραβίαση εμπιστευτικής υποχρέωσης και παρεμπόδιση μελλοντικών οικονομικών ωφελημάτων. Ζητούν, επίσης, ποινικές αποζημιώσεις, λογιστικό έλεγχο όλων των οικονομικών της εταιρίας από το 2021 και επανυπολογισμό των κερδών που, όπως ισχυρίζονται, αποκτήθηκαν αθέμιτα.
Από κουμπάροι… αντίδικοι

Πέρα από τα νομικά επιχειρήματα, η υπόθεση έχει έντονη ανθρώπινη διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαμάχη μεταξύ επιχειρηματικών εταίρων, αλλά για τη διάλυση μιας σχέσης δεκαετιών, χτισμένης μέσα στην ελληνική Ομογένεια της Νέας Υόρκης. Φίλοι που έγιναν σχεδόν οικογένεια, κουμπάροι που βρέθηκαν αντίδικοι και μια επιχείρηση που από σύμβολο επιτυχίας μετατράπηκε σε πεδίο σκληρής δικαστικής διαμάχης.
Η υπόθεση εκκρεμεί και η τελική κρίση αναμένεται τους επόμενους μήνες στα δικαστήρια. Ωστόσο, όποια και αν είναι η έκβαση, ένα είναι βέβαιο: Η ιστορία της New Yorker Wholesale Bagels δεν θα θυμίζει ποτέ ξανά απλώς την επιτυχία ενός ακόμη ελληνικού εγχειρήματος στο εξωτερικό. Θα θυμίζει και το τίμημα της ρήξης, όταν η εμπιστοσύνη, το βασικό συστατικό κάθε οικογενειακής και επιχειρηματικής σχέσης, χαθεί οριστικά.
Ειδήσεις Σήμερα
- Κακοκαιρία: Πότε θα χτυπήσει το δεύτερο κύμα – Πού έπεσε ο μεγαλύτερος όγκος νερού
- Η εξεταστική που «έσπασε» τα μηχανάκια, η βόλτα του Καμμένου στη Βουλή και πολλά άλλα…
- Σία Κοσιώνη: «Ο Ιανουάριος ήταν δύσκολος, αλλά τα καταφέραμε»
- Ασφαλιστικό: Δεύτερος πυλώνας για συντάξεις σε μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες