Η δυτική πολιτική απέναντι στον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία καθοδηγείται από ανησυχίες για κλιμάκωση και, ως εκ τούτου, είναι αντιδραστική και κατακερματισμένη.
Οι προσπάθειες για την κατανομή κεφαλαίων για την ουκρανική στρατιωτική βοήθεια έχουν αντιμετωπίσει διάφορα προβλήματα: ανησυχίες για τη βιωσιμότητα όσον αφορά τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση, αργή λήψη αποφάσεων και μείωση της πολιτικής βούλησης για την παροχή βοήθειας.
Νέες στρατηγικές
Με τις ΗΠΑ να αποσύρονται από τη στρατιωτική χρηματοδότηση της Ουκρανίας, η Ευρώπη θα πρέπει να αναπτύξει καινοτόμες στρατηγικές για να καλύψει το κενό: αξιοποιώντας τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και τα δάνεια της Δράσης Ασφάλειας για την Ευρώπη (SAFE), δεσμευόμενη για τακτικές συνεισφορές στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Λίστα Προτεραιοτήτων για την Ουκρανία (PURL) και διασφαλίζοντας μακροπρόθεσμη υποστήριξη μέσω του Ταμείου Βοήθειας για την Ουκρανία.
Κοινές προκλήσεις για τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. όσον αφορά τη μεταφορά υλικού από υπάρχοντα αποθέματα είναι οι εξής:
1 Συρρίκνωση των πακέτων βοήθειας, αργή αναπλήρωση των εξαντλημένων αποθεμάτων των εταίρων, πολιτικά υποκινούμενες απαγορεύσεις στην προμήθεια συγκεκριμένων τύπων όπλων, βέτο στην εκταμίευση κεφαλαίων, λήξη εξουσιών και σφάλματα καταμέτρησης.
2 Μεταξύ 2022 και 2024, οι ΗΠΑ και η Ε.Ε. προμήθευσαν όπλα στην Ουκρανία τόσο από υπάρχοντα αποθέματα όσο και από νέα παραγωγή. Μέχρι το 2025, καθώς τα αποθέματα μειώνονταν, η εστίαση μετατοπίστηκε προς τις επενδύσεις σε αμυντικές βιομηχανίες, τη χρηματοδότηση της εγχώριας παραγωγής και συμπαραγωγής με ουκρανικές εταιρίες και την προμήθεια όπλων από την Ουκρανία μέσω του δανικού μοντέλου.
3 Κύρια εμπόδια στην προμήθεια νέου υλικού από αμυντικές εταιρίες περιλαμβάνουν τα ακόλουθα: κακή δημόσια αναφορά σχετικά με τις παραδόσεις σε αντίθεση με τις δεσμεύσεις και τις συμβάσεις, μεγάλοι χρόνοι κατασκευής όπλων και περιορισμένη βιομηχανική ικανότητα, αργές διαδικασίες απόκτησης και γραφειοκρατικές διαδικασίες στις ΗΠΑ και την Ε.Ε., αυξανόμενες τιμές και ανταγωνισμός μεταξύ των εταίρων.
4 Για την αντιμετώπιση προβλημάτων τόσο με τη βραχυπρόθεσμη όσο και με τη μακροπρόθεσμη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, συνιστάται στους εταίρους να αυξήσουν τις επενδύσεις στους δικούς τους προμηθευτές άμυνας, καθώς και στην ουκρανική στρατιωτική παραγωγή, να μεταφέρουν παροπλισμένο εξοπλισμό στην Ουκρανία, να πραγματοποιήσουν μεταρρύθμιση των προμηθειών, να ξεμπλοκάρουν τις αποζημιώσεις του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ειρήνης (EPF) με τη μετάβαση σε εθελοντικές συνεισφορές και να διορίσουν έναν υπεύθυνο προμηθειών για την Ουκρανία.
5 Την περίοδο 2022-24, για τον εντοπισμό και την επαλήθευση των αναγκών της Ουκρανίας όσον αφορά τη στρατιωτική βοήθεια, οι εταίροι συντονίστηκαν στενά τόσο διμερώς, μέσω πρεσβειών και υπουργείων Αμυνας, όσο και πολυμερώς, μέσω της Ομάδας Επαφής για την Αμυνα της Ουκρανίας (UDCG) του Ράμσταϊν σε πολιτικό επίπεδο και μέσω του Διεθνούς Κέντρου Συντονισμού Δωρητών, της Ομάδας Βοήθειας για την Ασφάλεια-Ουκρανία (SAG-U) και εννέα συνασπισμών δυνατοτήτων σε τεχνικό επίπεδο για συγκεκριμένα οπλικά συστήματα.
6 Ο κίνδυνος μειωμένης και υποβαθμισμένης ηγεσίας των ΗΠΑ εντός της UDCG, καθώς και η ανάγκη θεσμοθέτησης του συντονισμού των δωρητών και διασφάλισης μακροπρόθεσμης στρατιωτικής υποστήριξης για την Ουκρανία, οδήγησαν στην απόφαση να καταστεί η Βοήθεια και Εκπαίδευση για την Ασφάλεια του ΝΑΤΟ για την Ουκρανία (NSATU) υπεύθυνη για τον συντονισμό της βοήθειας για την ασφάλεια προς το Κίεβο και την οικοδόμηση της μελλοντικής δύναμης του όσον αφορά τις δυνατότητες ολοκλήρωσης. Η αποστολή ιδρύθηκε στο Βισμπάντεν της Γερμανίας το 2025.
7 Για να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη στρατιωτική υποστήριξη για την Ουκρανία, τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα πρέπει να εγκρίνουν ένα φιλόδοξο πολυετές ταμείο ύψους 100 δισ. δολαρίων, με ένα σαφές σχέδιο κατανομής. Για να διασφαλιστεί ότι η μελλοντική δύναμη της Ουκρανίας θα είναι διαλειτουργικό με τη συμμαχία ως το 2035 και οι εταίροι θα πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στην εναρμόνιση των τύπων όπλων που θα δωρίζονται στην Ουκρανία.

