Τα καθήκοντα της προεδρίας ανέλαβε η μέχρι πρότινος αντιπρόεδρος και στενή συνεργάτιδα του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, σε μια εξέλιξη που επιβεβαίωσε τη θεσμική συνέχεια του καθεστώτος.
Η επιλογή αυτή ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη από τους θεσμούς της χώρας, οι οποίοι έχουν διαμορφωθεί μέσα από τη μακρόχρονη διακυβέρνηση του Μαδούρο και του Ούγκο Τσάβες. Όσοι προσδοκούσαν άμεσες και βαθιές πολιτικές αλλαγές διαψεύστηκαν, όπως και εκείνοι που ανέμεναν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα στήριζαν την ηγέτιδα της αντιπολίτευσης και πρόσφατα βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ των New York Times, η απόφαση του Λευκού Οίκου να μη στηρίξει τη Ματσάδο είχε ληφθεί πριν ακόμη την επιχείρηση των ΗΠΑ τα ξημερώματα του Σαββάτου 3 Ιανουαρίου. Το παρασκήνιο αυτής της επιλογής αποκαλύπτει μια σταδιακή απομάκρυνση της Ουάσινγκτον από την αντιπολίτευση της Βενεζουέλας.
«Είναι πολύ καλή γυναίκα, αλλά θα είναι πολύ δύσκολο να είναι ηγέτης, δεν τη σέβονται», φέρεται να είπε ο Ντόναλντ Τραμπ το Σαββατοκύριακο. Με τη δήλωση αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Ματσάδο δεν διαθέτει ισχυρά ερείσματα ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στην επιχειρηματική ελίτ, η οποία είχε καταφέρει να διαμορφώσει μια εύθραυστη ισορροπία με τον Μαδούρο.
Για τη Ματσάδο, η στάση αυτή της Ουάσινγκτον αποτέλεσε ένα ισχυρό πλήγμα, έπειτα από μήνες προσπαθειών να προσεγγίσει τον Τραμπ και το περιβάλλον του. Σε αυτή την προσπάθεια, όπως σημειώνεται, δεν έλειψαν και κινήσεις υπερβολής, όπως η αφιέρωση του Νόμπελ Ειρήνης στον ίδιο τον Τραμπ.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η σχέση της με τις ΗΠΑ είχε αρχίσει να δοκιμάζεται πολύ νωρίτερα. Τον περασμένο Ιανουάριο, ο απεσταλμένος του Τραμπ, Ρίτσαρντ Γκρένελ, επισκέφθηκε το Καράκας ζητώντας συνάντηση μαζί της, καθώς και μια λίστα πολιτικών κρατουμένων προς απελευθέρωση. Παρά τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις για την ασφάλειά της, η Ματσάδο δεν συναντήθηκε τελικά με τον Γκρένελ – πέρα από ένα τηλεφώνημα σε θετικό κλίμα – ούτε παρέδωσε τη λίστα, πιθανόν για να αποφύγει την εντύπωση επιλεκτικής μεταχείρισης.
Παράλληλα, στην Ουάσινγκτον προκάλεσαν ενόχληση οι ασαφείς θέσεις της για την επόμενη ημέρα στη Βενεζουέλα, αλλά και οι εκτιμήσεις της ότι το καθεστώς Μαδούρο βρισκόταν κοντά στην κατάρρευση. Από την άλλη πλευρά, η ίδια εξέφραζε δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι ο Γκρένελ δεν χαρακτήρισε δημόσια τον Μαδούρο παράνομο ηγέτη.
Όπως αναφέρουν οι New York Times, ο Τραμπ τελικά πείστηκε από ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησής του, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ότι μια ανοιχτή στήριξη της αντιπολίτευσης θα οδηγούσε σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της χώρας. Μια τέτοια εξέλιξη, προειδοποιούσαν, θα απαιτούσε και αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ.
Η απομόνωση της Ματσάδο
Στην πράξη, η Ματσάδο βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της στρατηγικής της απόλυτης άρνησης διαλόγου με τον Μαδούρο. Παρότι η στάση αυτή είχε απήχηση σε τμήμα της κοινωνίας, δεν της επέτρεψε να διαμορφώσει ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες που θα την έφερναν πιο κοντά στην εξουσία.
Παράλληλα, οι σχέσεις της με το Ρεπουμπλικανικό κόμμα στις ΗΠΑ αποδείχθηκαν περιορισμένης αξίας, ιδίως μετά την άνοδο του Τραμπ, ο οποίος περιόρισε τον ρόλο της ιδεολογίας στην εξωτερική πολιτική.
Η ένθερμη στήριξή της στις κυρώσεις κατά της Βενεζουέλας αποξένωσε την επιχειρηματική ελίτ της χώρας, ενώ δημιούργησε ρήγματα και με την κοινωνία των πολιτών, η οποία προσπαθούσε να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης. Η Ματσάδο φάνηκε να εκφράζει περισσότερο τις απόψεις της διασποράς παρά εκείνων που εξακολουθούν να ζουν στη χώρα.
Την ίδια στιγμή, οι δημόσιοι έπαινοι προς τον Τραμπ και η αποφυγή κριτικής στις αποφάσεις του συνεχίστηκαν αμείωτα από την πλευρά της.

