Οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν στις επαρχίες Βαλένθια, Καστεγιόν, Μαδρίτη και Κούενκα, ενώ 17 από τους συλληφθέντες κρίθηκαν προφυλακιστέοι.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν συνολικά 39 έρευνες σε κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους. Οι αρχές κατέσχεσαν περίπου 242 κιλά ναρκωτικών ουσιών, μεταξύ των οποίων κοκαΐνη, ηρωίνη, μαριχουάνα, χασίς και MDMA.
Επιπλέον, εντοπίστηκαν 554.000 ευρώ σε μετρητά, 12 ράβδοι χρυσού, έξι πυροβόλα όπλα και 36 οχήματα, εκ των οποίων τα 11 διέθεταν ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες για τη μεταφορά ναρκωτικών.

Η έρευνα ξεκίνησε τον Απρίλιο, όταν οι αρχές εντόπισαν άτομο που φέρεται να διακινούσε κοκαΐνη στην περιοχή της Βαλένθια. Από την παρακολούθηση προέκυψε ένα καλά οργανωμένο δίκτυο με διακριτούς ρόλους και ιεραρχία, το οποίο αξιοποιούσε ακίνητα και οχήματα για την αποθήκευση και διανομή των ουσιών. Μέρος των ναρκωτικών προμηθευόταν από την Πορτογαλία και στη συνέχεια διοχετευόταν σε διάφορες περιοχές της Ισπανίας.
Χώροι αποθήκευσης εντοπίστηκαν σε πόλεις της επαρχίας Βαλένθια, όπως οι Burjassot, Alcàntera de Xúquer, Riba-roja de Túria και Torrent, ενώ τα οχήματα με τις κρυφές θήκες χρησιμοποιούνταν κυρίως για μεταφορές προς τη Μαδρίτη και την Κούενκα.
Η πρώτη μεγάλη αστυνομική επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στα τέλη Νοεμβρίου, όταν κατασχέθηκαν 163 κιλά κοκαΐνης και μαριχουάνας, καθώς και χρηματικά ποσά, με επτά συλλήψεις. Στις αρχές του 2026 ακολούθησαν νέες παρεμβάσεις, που οδήγησαν στην κατάσχεση σχεδόν έξι κιλών κοκαΐνης, 233.000 ευρώ και ενός όπλου, ενώ συνελήφθησαν 11 άτομα.

Στη συνέχεια, σε επόμενες φάσεις της έρευνας, οι αρχές κατέσχεσαν επιπλέον 68 κιλά κοκαΐνης, ηρωίνης και MDMA, μαζί με μετρητά και όπλα, πραγματοποιώντας 15 συλλήψεις.
Η τελική επιχείρηση στόχευσε το επίπεδο της λιανικής διακίνησης, με 16 ακόμη συλλήψεις και κατασχέσεις ναρκωτικών, χρημάτων, χρυσού και οπλισμού.

