Η εργοδότρια εταιρεία προχώρησε σε άμεση απόλυση, επικαλούμενη σοβαρή παράβαση της εργασιακής πειθαρχίας, τους κινδύνους για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των συναδέλφων και την απαξίωση των εταιρικών κανόνων. Ο εργαζόμενος άσκησε προσφυγή και η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου, όπου εξετάστηκαν αναλυτικά οι περιστάσεις της κατανάλωσης, τα στοιχεία που προσκόμισαν οι δύο πλευρές και η τήρηση εσωτερικών διαδικασιών πειθαρχίας.
Παρά τις αρχικές καταγγελίες για επανειλημμένη κατανάλωση αλκοόλ εν ώρα εργασίας, το δικαστήριο προχώρησε σε εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και των νομικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την επιβολή της οριστικής ποινής της απόλυσης. Ο εργαζόμενος υποστήριξε ότι μέρος της κατανάλωσης έγινε κατά τη διάρκεια νόμιμου διαλείμματος και ότι δεν επηρέασε την εκτέλεση κρίσιμων εργασιών. Η εργοδοσία απάντησε με καταγγελίες συναδέλφων και εσωτερικές αναφορές για επανειλημμένα περιστατικά.
Στην απόφασή του το δικαστήριο έκρινε ότι η απόλυση δεν πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις ώστε να θεωρηθεί αναλογική και δικαιολογημένη κύρωση, και επέβαλε οικονομική αποζημίωση ύψους 47.000 ευρώ υπέρ του πρώην υπαλλήλου. Οι δικαστές σημείωσαν την έλλειψη σαφών και τεκμηριωμένων στοιχείων για τη συστηματικότητα και την επικινδυνότητα της συμπεριφοράς, καθώς και την απουσία τεκμηριωμένων γραπτών προειδοποιήσεων ή διαδοχικών πειθαρχικών ενεργειών πριν την οριστική λύση της εργασιακής σχέσης.
Επιπλέον, το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι μέρος της κατανάλωσης συνέβη κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, γεγονός που διαφοροποιεί την αξιολόγηση της συμπεριφοράς σε σχέση με περίπτωση εργασίας υπό την επήρεια αλκοόλ. Στο σκεπτικό επισημαίνεται επίσης η ανάγκη απόδειξης άμεσου κινδύνου για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις για να γίνει δεκτή η αυστηρότερη πειθαρχική κύρωση. Το δικαστήριο εξέτασε επίσης μαρτυρίες, εσωτερικά έγγραφα και τον τρόπο καταγραφής των περιστατικών, καθώς και την πιθανή επίδραση στην ασφάλεια κατά την εκτέλεση ηλεκτρολογικών εργασιών.