Η Ιταλία εισέρχεται στην προεκλογική περίοδο του 2027 με περιορισμένα περιθώρια δημοσιονομικών κινήσεων.
Το υψηλό δημόσιο χρέος, το αυξημένο κόστος δανεισμού και οι κανόνες της Ε.Ε. υποχρεώνουν την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι να διατηρήσει συγκρατημένη οικονομική πολιτική και περιορίζουν τις δυνατότητες για μεγάλες προεκλογικές παροχές. Οι ίδιοι περιορισμοί αναμένεται να ισχύσουν και μετά τις εκλογές, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνητικός συνασπισμός θα επικρατήσει.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας μειώθηκε από περίπου 8% του ΑΕΠ το 2022, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Μελόνι, στο 3,1% το 2025, έναντι 3,4% το 2024. Παρά τη βελτίωση, παραμένει πάνω από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Η Ιταλία εξακολουθεί, έτσι, να βρίσκεται στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ε.Ε., η οποία επιβάλλει συγκεκριμένη πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής υπό την εποπτεία της Κομισιόν. Η Ρώμη, που αρχικά στόχευε να εξέλθει από τη διαδικασία νωρίτερα, σχεδιάζει πλέον να το πράξει το 2027.
Η δημοσιονομική εξυγίανση, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα της κυβέρνησης Μελόνι, έχει ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Η μείωση του ελλείμματος υποστηρίχθηκε από την αύξηση των ονομαστικών φορολογικών εσόδων λόγω του πληθωρισμού, την ενίσχυση της απασχόλησης, τα ευρωπαϊκά κονδύλια ανάκαμψης και τον περιορισμό ορισμένων ιδιαίτερα δαπανηρών προγραμμάτων προηγούμενων κυβερνήσεων, όπως το Superbonus για ενεργειακές ανακαινίσεις. Η κυβέρνηση έγινε στις αρχές Σεπτεμβρίου η μακροβιότερη στην ιστορία της Ιταλικής Δημοκρατίας, ενώ το 2025 οι οίκοι S&P, Fitch και Moody’s αναβάθμισαν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας κατά μία βαθμίδα. Αντίστοιχα, βελτιώθηκε σημαντικά η εικόνα της Ιταλίας στις αγορές ομολόγων. Η διαφορά απόδοσης μεταξύ των δεκαετών ιταλικών και γερμανικών ομολόγων μειώθηκε από περισσότερες από 200 μονάδες βάσης στην αρχή της κυβερνητικής θητείας της Μελόνι στις 59 μονάδες βάσης τον Ιανουάριο, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών. Ωστόσο, μετά τη διεθνή άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων, το spread επέστρεψε περίπου στις 90 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο.
Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών, όμως, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχα ισχυρή ανάπτυξη. Παρότι η απασχόληση βρίσκεται σε επίπεδα-ρεκόρ, η οικονομική παραγωγή αυξάνεται μόλις κατά περίπου 0,5% ετησίως. Τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα της ιταλικής οικονομίας παραμένουν: χαμηλή παραγωγικότητα, γραφειοκρατία, αργή απονομή δικαιοσύνης και εμπόδια στον ανταγωνισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο προϋπολογισμός πριν από τις εκλογές του 2027 αναμένεται να είναι περιορισμένος. Η κυβέρνηση πιθανότατα θα επιχειρήσει ένα μετριοπαθές πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων για τα μεσαία εισοδήματα, στήριξης συντάξεων και οικογενειών και στοχευμένων μέτρων για το ενεργειακό κόστος. Η χρηματοδότηση θα προέλθει, κυρίως, από περικοπές στις δαπάνες των υπουργείων, περιορισμό υφιστάμενων φορολογικών ελαφρύνσεων, έκτακτες εισφορές στις τράπεζες και ενδεχομένως στις ενεργειακές εταιρίες, καθώς και από τη δημοσιονομική ευελιξία που μπορεί να επιτρέψουν οι Βρυξέλλες. Στόχος είναι το έλλειμμα να παραμείνει κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, το σχέδιο παραμένει ευάλωτο. Χαμηλότερη του αναμενομένου ανάπτυξη ή παρατεταμένα υψηλές τιμές ενέργειας θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις δημοσιονομικές προβλέψεις, ενώ στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Η Λέγκα πιέζει για μεγαλύτερη δημοσιονομική ελευθερία και υψηλότερες έκτακτες εισφορές, ενώ η Forza Italia αντιδρά στην επιβολή νέων φόρων στις τράπεζες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ιταλία παραμένει το δημόσιο χρέος. Με ελλείμματα κοντά στο 3% και ανάπτυξη περίπου 0,5%, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερός. Το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το χρέος θα κορυφωθεί στο 138,6% του ΑΕΠ το 2026 και θα υποχωρήσει μόλις στο 136,3% το 2029. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι θα απαιτηθεί πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 1% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2027, πέραν όσων είναι πιθανό να εφαρμόσει οποιοσδήποτε από τους δύο πιθανούς κυβερνητικούς συνασπισμούς, ώστε το χρέος να εισέλθει σε σταθερή καθοδική πορεία.
Οι πιέσεις θα ενταθούν από την αύξηση των δημόσιων δαπανών. Η εξυπηρέτηση των τόκων ήδη απορροφά περίπου 4% του ΑΕΠ και θα μπορούσε να αυξάνεται κατά 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο, εάν οι αποδόσεις των ομολόγων παραμείνουν υψηλές. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει τις ανάγκες για συντάξεις και Υγεία, ενώ οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν από περίπου 2% του ΑΕΠ προς τον στόχο του ΝΑΤΟ για 3,5% έως το 2035. Επιπλέον, τα ευρωπαϊκά κονδύλια ανάκαμψης, που στήριξαν σημαντικά τις δημόσιες επενδύσεις και την ανάπτυξη τα προηγούμενα χρόνια, λήγουν φέτος. Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικοί δασμοί και οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν μια οικονομία με μεγάλη εξάρτηση από τις εξαγωγές.
Η ουσιαστική αλλαγή της εικόνας θα απαιτούσε μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα: ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης, λιγότερα εμπόδια στον ανταγωνισμό, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών και νέων στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις αυτές έχουν άμεσο πολιτικό κόστος και αποδίδουν μόνο μακροπρόθεσμα, γεγονός που τις καθιστά δύσκολες για οποιαδήποτε κυβέρνηση. Η λήξη του ευρωπαϊκού σχεδίου ανάκαμψης αφαιρεί, επιπλέον, έναν σημαντικό εξωτερικό μοχλό που από το 2021 πίεζε την Ιταλία να προχωρήσει σε αλλαγές. Συνολικά, η Ιταλία έχει κερδίσει αξιοπιστία και πολιτική σταθερότητα, αλλά δεν έχει ακόμη αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αδυναμίες που περιορίζουν την ανάπτυξή της. Οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε., οι αγορές και το τεράστιο χρέος θα περιορίσουν τις δυνατότητες οποιασδήποτε κυβέρνησης μετά το 2027. Χωρίς επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, το πιθανότερο είναι μια οικονομία με χαμηλή ανάπτυξη, σταδιακή δημοσιονομική προσαρμογή και χρέος που θα παραμείνει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για πολλά χρόνια.




















![Θεσσαλονίκη: Μεθυσμένος οδηγός «μπούκαρε» με το αυτοκίνητο σε ουζερί [βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/10/screenshotuzerijpg-300x150.webp)
