«Πρέπει να αντισταθούμε στον εχθρό, ενισχύοντας παράλληλα την ακλόνητη πίστη μας», είπε ο τότε 84χρονος στους συγκεντρωμένους. Δεκαεπτά μήνες αργότερα, ο Χαμενεΐ μπορεί να έχει αντιμετωπίσει την τελική, κορύφωση της σύγκρουσης μετά από δεκαετίες σκληρής μάχης εναντίον πολλαπλών εχθρών.
Αρχικά ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου δήλωσε το Σάββατο (28/02) ότι υπάρχουν πολλά σημάδια που υποδηλώνουν ότι ο Χαμενεΐ «δεν είναι πλέον μαζί μας», χωρίς να επιβεβαιώσει ρητά τον θάνατό του. Στη συνέχεια ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ να δηλώσει πως ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, «ένας από τους πιο κακούς ανθρώπους στην ιστορία» είναι νεκρός.
Αν και δεν έχει υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση του θανάτου του από Ιρανούς αξιωματούχους, είναι πολύ σαφές ότι βρισκόταν στο στόχαστρο από τις πρώτες στιγμές των επιθέσεων, με δορυφορικές εικόνες να δείχνουν ότι το ασφαλές συγκρότημα στο οποίο βρισκόταν υπέστη σοβαρές ζημιές κατά την αρχική επίθεση.

Οι ιρανικές Αρχές δεν έχουν ακόμη προσκομίσει αποδείξεις ότι κατάφερε να διαφύγει. Σίγουρα, το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν έχουν κρύψει την έντονη επιθυμία τους να εξοντώσουν τον Χαμενεΐ και να προκαλέσουν έτσι την πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στην παρούσα μορφή της. Ήδη από τον Οκτώβριο του 2024, ο Χαμενεΐ φαινόταν να έχει στριμωχτεί σε αδιέξοδο.
Λίγες μέρες πριν, το Ισραήλ είχε σκοτώσει τον Χασάν Νασράλα, τον βετεράνο γενικό γραμματέα της Χεζμπολάχ, με τεράστιες βόμβες που έριξαν στο αρχηγείο του ισλαμιστικού κινήματος στη Βηρυτό. Η δολοφονία ήταν ένα προσωπικό πλήγμα για τον Χαμενεΐ, ο οποίος γνώριζε τον Νασράλα εδώ και δεκαετίες.
Η ισραηλινή αεροπορική επίθεση κατά του Ιράν τον Ιούνιο του περασμένου έτους ήταν ένα άλλο τέτοιο πλήγμα, αποκαλύπτοντας την αδυναμία τόσο της αεροπορικής άμυνας του Ιράν όσο και της συμμαχίας ισλαμιστικών πολιτοφυλακών που ο Χαμενεΐ είχε δημιουργήσει για να αποτρέψει το Ισραήλ.
Η ιρανική «βροχή» πυραύλων και drones που εκτοξεύτηκαν κατά του Ισραήλ προκάλεσε κάποια ζημιά, αλλά δεν ήταν αρκετή για να σταματήσει τις ισραηλινές επιθέσεις. Ο πόλεμος έληξε μετά την αποστολή βομβαρδιστικών αεροσκαφών από τον Ντόναλντ Τραμπ για να χτυπήσουν ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ένα σοβαρό πλήγμα για ένα πρόγραμμα που ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν είχε αγαπήσει.
Αυτή η σύντομη σύγκρουση αποκάλυψε ότι ο Χαμενεΐ δεν είχε πολλές καλές επιλογές – μια κατάσταση που αυτός ο προσεκτικός, ρεαλιστής, συντηρητικός και αδίστακτος επαναστάτης πάντα προσπαθούσε να αποφύγει.

Γεννημένος ως γιος ενός μικρού κληρικού με περιορισμένα μέσα στην ανατολική ιρανική πόλη-ιερό του Μασχάντ, ο Χαμενεΐ έκανε τα πρώτα του βήματα ως ριζοσπάστης στην πυρετώδη ατμόσφαιρα των αρχών της δεκαετίας του 1960. Ο τότε σάχης Μοχάμαντ Ρεζά Παχλαβί είχε ξεκινήσει ένα μεγάλο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που απορρίφθηκε σε μεγάλο βαθμό από τον συντηρητικό κλήρο της χώρας.
Ως νεαρός θρησκευτικός φοιτητής στο Κουμ, ένα κέντρο θεολογίας, ο Χαμενεΐ είχε απορροφήσει τις παραδόσεις του σιιτικού Ισλάμ και τη ριζοσπαστική νέα σκέψη του αναδυόμενου ηγέτη της συντηρητικής αντιπολίτευσης, Αγιατολάχ Ρουχόλα Χομεϊνί. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Χαμενεΐ εκτελούσε μυστικές αποστολές για τον Χομεϊνί, ο οποίος είχε εξοριστεί, και οργάνωνε δίκτυα ισλαμικού ακτιβισμού.
Ο Χαμενεΐ απορρόφησε και άλλες επιρροές. Αν και όπως είχε ομολογήσει ήταν λάτρης της δυτικής λογοτεχνίας, ιδίως του Λέοντος Τολστόι, του Βίκτωρα Ουγκώ και του Τζον Στάινμπεκ, ο νεαρός ακτιβιστής ήταν διαποτισμένος από τις αντικαπιταλιστικές ιδεολογίες της εποχής και το αντιδυτικό συναίσθημα που συχνά τις συνόδευε.
Συνάντησε στοχαστές που επιδίωκαν να συνδυάσουν τον μαρξισμό και τον ισλαμισμό για να δημιουργήσουν νέες ιδεολογίες, του άρεσαν έργα που περιγράφουν την «δυτικοποίηση» της χώρας του και μετέφρασε στα φαρσί έργα του Σαγίντ Κουτμπ, ενός Αιγύπτιου που ενέπνευσε γενιές ισλαμιστών εξτρεμιστών.
Παρόλο που φυλακίστηκε επανειλημμένα από τις φοβερές υπηρεσίες ασφαλείας του Ιράν, ο Χαμενεΐ, σημειώνει ο Guardian κατάφερε να συμμετάσχει στις μαζικές διαδηλώσεις του 1978 που τελικά έπεισαν τον Σάχη να φύγει και επέτρεψαν στον Χομεϊνί να επιστρέψει. Προστατευόμενος του αδυσώπητου κληρικού, ανέβηκε γρήγορα στην ιεραρχία του ριζοσπαστικού καθεστώτος που κατέλαβε την εξουσία και, το 1981, αφού επέζησε από μια απόπειρα δολοφονίας που του στέρησε τη χρήση ενός χεριού, κέρδισε τις εκλογές για την κυρίως τελετουργική θέση του προέδρου.
Όταν ο Χομεϊνί πέθανε το 1989, ο Χαμενεΐ επιλέχθηκε ως διάδοχός του, αφού τροποποιήθηκε το Σύνταγμα ώστε να επιτρέπεται σε κάποιον με λιγότερα θρησκευτικάς προσόντα να αναλάβει τον ρόλο αυτό με πολύ μεγαλύτερες εξουσίες από ό,τι στο παρελθόν. Ο Χαμενεΐ τις χρησιμοποίησε γρήγορα για να εδραιώσει τον έλεγχό του επί του εκτεταμένου και κατακερματισμένου μηχανισμού του μεταεπαναστατικού κράτους του Ιράν.

Μια βασική βάση εξουσίας ήταν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), η ενεργητική καρδιά του νέου καθεστώτος και μια ισχυρή στρατιωτική, κοινωνική και οικονομική δύναμη. Ωστόσο, ο Χαμενεΐ, όπως πάντα, φρόντισε να βρει και άλλους ισχυρούς συμμάχους και πελάτες.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ενίσχυσε περαιτέρω την εξουσία του, εξαλείφοντας τους αντιπάλους του και ανταμείβοντας όσους του ήταν πιστοί. Ακόμη και ποιητές που ο Χαμενεΐ είχε κάποτε δηλώσει ότι θαύμαζε έγιναν στόχος των υπηρεσιών ασφαλείας. Οι εξόριστοι αντιφρονούντες κυνηγήθηκαν και η σχέση με τη Χεζμπολάχ, την οποία οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν βοηθήσει να ιδρυθεί, ενισχύθηκε.
Σε κάθε περίπτωση, ακολούθησε τη στρατηγική του να προωθεί ρεαλιστικά τις άκαμπτες αρχές του έργου που του κληροδότησε ο μακαρίτης μέντοράς του. Όταν το 1997 ο Μοχάμαντ Χαταμί, ένας μεταρρυθμιστής υποψήφιος, κέρδισε την προεδρία με συντριπτική πλειοψηφία, ο Χαμενεΐ του επέτρεψε κάποια ελευθερία δράσης, αλλά εργάστηκε σκληρά και συχνά με δύναμη για να προστατεύσει τον πυρήνα του καθεστώτος και την ιδεολογία του από οποιαδήποτε σοβαρή πρόκληση.
Ωστόσο, ο Χαμενεΐ δεν εμπόδισε τον Χαταμί να προσεγγίσει την Ουάσινγκτον σε μια τελικά αποτυχημένη προσπάθεια να δημιουργήσει καλύτερες σχέσεις μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χομεϊνί, αποκήρυξε τα όπλα μαζικής καταστροφής. Αλλά υποστήριξε επίσης τις προσπάθειες των Φρουρών της Επανάστασης να εξαντλήσουν τις αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ μετά την εισβολή τους το 2003 και να επεκτείνει την ιρανική επιρροή στη γειτονική χώρα.
Αυτό σηματοδότησε την περαιτέρω επέκταση της στρατηγικής του να βασίζεται σε αντιπροσώπους για να προβάλλει τη δύναμή του σε ολόκληρη την περιοχή και να αποτρέψει και να απειλήσει το Ισραήλ, που ονομάστηκε «Μικρός Σατανάς» από τους επαναστάτες το 1979, με τον «Μεγάλο Σατανά» να είναι οι ΗΠΑ.
Ο Χαμενεΐ ήταν επιφυλακτικός ως προς τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα που διαπραγματεύτηκαν επίπονα οι ιρανοί αξιωματούχοι με τις ΗΠΑ και άλλους, αλλά δεν αντιτάχθηκε στην εφαρμογή της το 2015. Οι αναλυτές διαφωνούν ως προς το αν προσπάθησε να συγκρατήσει ή να ενθαρρύνει τους σκληροπυρηνικούς των Φρουρών της Επανάστασης που πίεζαν το Ιράν να αποκτήσει πυρηνική βόμβα.

Τα διαδοχικά κύματα αναταραχών και προσπάθειες μεταρρύθμισης αντιμετωπίστηκαν με κύματα σκληρής καταστολής, παράλληλα με τη συνεχιζόμενη σκληρή μεταχείριση των γυναικών, των ομοφυλόφιλων και των θρησκευτικών μειονοτήτων. Αυτό, σε συνδυασμό με την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, απογοήτευσε πολλούς πρώην υποστηρικτές του καθεστώτος και ενέτεινε τις υπάρχουσες αναταραχές. Η δυσαρέσκεια έφτασε σε σημείο βρασμού.
Στο εξωτερικό, ο Χαμενεΐ επέλεξε να επενδύσει σημαντικά στον λεγόμενο άξονα της αντίστασης – τη Χαμάς στη Γάζα, τη Χεζμπολάχ στο Λίβανο, το κίνημα των Χούτι στη Υεμένη και μια ετερόκλητη ομάδα ισλαμικών μαχητικών πολιτοφυλακών στη Συρία και το Ιράκ. Αυτό μπορεί να φαινόταν μια έξυπνη τακτική, αλλά κατέρρευσε υπό το βάρος των ισραηλινών επιθέσεων μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα, ενώ η ιστορική συμμαχία του Ιράν με τη Δαμασκό έληξε με την πτώση του καθεστώτος του Μπασάρ αλ-Άσαντ τον Δεκέμβριο.
Το Σάββατο (28/02), καθώς αμερικανικά και ισραηλινά αεροσκάφη και πύραυλοι βομβάρδιζαν το Ιράν, χτυπώντας τα γραφεία του Χαμενεΐ και ίσως σκοτώνοντάς τον, η νέα ηγεσία της Χεζμπολάχ πρόσφερε ρητορική υποστήριξη στο Ιράν, αλλά τίποτα άλλο. Η Χαμάς δεν μπορεί να κάνει πολλά για να βοηθήσει, και οι Χούτι φαίνεται να έχουν παραλύσει.
Έτσι, αποδυναμωμένος, ο Χαμενεΐ πέρασε τους τελευταίους μήνες αντιμετωπίζοντας μια κλιμακούμενη κρίση. Κατά τη διάρκεια των περισσότερων από τριών δεκαετιών που βρίσκεται στην εξουσία, ο Χαμενεΐ προσπάθησε να χειριστεί τις πιέσεις των αντικρουόμενων δυνάμεων εντός του Ιράν, να αποφύγει τον ανοιχτό πόλεμο και να διατηρήσει την κληρονομιά του Χομεϊνί – καθώς και τη δική του εξουσία και αυτή των άμεσων πιστών του, φυσικά.

Στη διεθνή σκηνή, είναι δυνατό να εντοπιστούν ενδείξεις κάποιου υπολειπόμενου πραγματισμού. Αντιμέτωπος με την τεράστια στρατιωτική δύναμη των ΗΠΑ και τις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ για μαζικές παραχωρήσεις που θα απογύμνωναν τις τελευταίες άμυνες του καθεστώτος του, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν κέρδισε χρόνο, προσφέροντας τουλάχιστον κάποιες παραχωρήσεις για να αποτρέψει άμεση επίθεση.
Στο εσωτερικό, ήταν ο σκληροπυρηνικός ιδεολόγος, και όχι ο έμπειρος επιτελικός, που ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, στέλνοντας την αστυνομία και παραστρατιωτικούς κακοποιούς να καταστείλουν με αιματηρό τρόπο το μεγαλύτερο κύμα εσωτερικών διαμαρτυριών και αναταραχών από την επανάσταση του 1970 που τον έφερε στην εξουσία.
Στην πορεία προς τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η CIA εκτίμησε ότι ακόμη και αν ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν σκοτωνόταν στην επιχείρηση, πιθανότατα θα αντικαθίστατο από σκληροπυρηνικές προσωπικότητες των Φρουρών της Επανάστασης, της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης της χώρας και της πιο ιδεολογικά αφοσιωμένης στη συνέχιση αυτού που θεωρούν τις αξίες και το έργο της επανάστασης του 1979, σύμφωνα με δύο πηγές που μίλησαν στο Reuters την περασμένη εβδομάδα.
Εδώ και πολύ καιρό, ο Χαμενεΐ είναι άρρωστος, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες εικασίες σχετικά με τον διάδοχό του. Το τέλος της μακράς καριέρας του έχει φανερώσει τις πολλές αποτυχίες και προκλήσεις του. Ζωντανός ή νεκρός, φαίνεται πλέον ότι η βίαιη ισορροπία του Χαμενεΐ έχει τελειώσει.

