Η εταιρεία άντλησε 100 εκατ. ευρώ, τα οποία θα χρηματοδοτήσουν μέρος του επενδυτικού της προγράμματος για την απόκτηση επτά νεότευκτων πλοίων συνολικής αξίας άνω των 540 εκατ. δολαρίων.
Η δημόσια προσφορά ολοκληρώθηκε στις 8 Ιουλίου, με τη συνολική έγκυρη ζήτηση να διαμορφώνεται στα 202,8 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας το έντονο ενδιαφέρον της επενδυτικής κοινότητας για την έκδοση.
Συνολικά διατέθηκαν 100.000 άυλες, κοινές, ονομαστικές ομολογίες, ονομαστικής αξίας 1.000 ευρώ η καθεμία, με αποτέλεσμα η εταιρεία να αντλήσει το σύνολο των κεφαλαίων που επιδίωκε.
Η τελική απόδοση του ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,90%, ενώ στο ίδιο επίπεδο, 4,90%, καθορίστηκε και το ετήσιο επιτόκιο. Η τιμή διάθεσης ορίστηκε στο άρτιο, δηλαδή στα 1.000 ευρώ ανά ομολογία.
Η κατανομή των ομολογιών
Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης κατευθύνθηκε στους ιδιώτες επενδυτές. Ειδικότερα:
92.000 ομολογίες (ποσοστό 92%) κατανεμήθηκαν σε ιδιώτες επενδυτές.
8.000 ομολογίες (ποσοστό 8%) κατανεμήθηκαν σε ειδικούς επενδυτές.
Χρηματοδότηση του επενδυτικού προγράμματος
Τα κεφάλαια που αντλήθηκαν θα χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση μέρους του επενδυτικού σχεδίου της Seanergy, το οποίο προβλέπει την απόκτηση επτά νεότευκτων πλοίων Capesize, συνολικής συμβατικής αξίας που υπερβαίνει τα 540 εκατ. δολάρια.
Η εταιρεία, η οποία είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο των ΗΠΑ (NASDAQ), αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους ανεξάρτητους πλοιοκτήτες πλοίων Capesize παγκοσμίως και εξειδικεύεται αποκλειστικά στη συγκεκριμένη κατηγορία πλοίων μεταφοράς ξηρού φορτίου.
Διαπραγμάτευση στο Euronext Athens
Οι ομολογίες της Seanergy θα εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στην Κατηγορία Τίτλων Σταθερού Εισοδήματος της Ρυθμιζόμενης Αγοράς του Euronext Athens, ενισχύοντας περαιτέρω την παρουσία της ελληνικής αγοράς εταιρικών ομολόγων.
Συντονιστές κύριοι ανάδοχοι της έκδοσης ήταν η AXIA Ventures Group και η Τράπεζα Πειραιώς. Η επιτυχής ολοκλήρωση της δημόσιας προσφοράς αποτελεί ακόμη μία ένδειξη ότι οι εταιρικές εκδόσεις εξακολουθούν να προσελκύουν ισχυρό ενδιαφέρον από το επενδυτικό κοινό, παρά το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων και τη μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές.
