Η ρατσιστική συμπεριφορά που αντιμετώπισε ο Γιάννης πριν γίνει ο διάσημος Αντετοκούνμπο είναι κάτι γνώριμο για τη ζωή του Ντένις Σρέντερ. Oπως ο ίδιος ο αρχηγός της γερμανικής εθνικής ομάδας έχει πει σε συνεντεύξεις του, δέχεται ακόμη επιθέσεις για το χρώμα του δέρματός του. «Οπως και η σύζυγός μου, Ελεν, επειδή είναι παντρεμένη με μαύρο άνδρα» (δηλώσεις στο «Spiegel Sport»). «Η μητέρα μου είναι από την Γκάμπια και ήρθε στη Γερμανία ως μετανάστρια. Και με όλη την ξενοφοβία και τα ανοιχτά ρατσιστικά συνθήματα στο Διαδίκτυο και τους δρόμους, είναι ένα ισχυρό σημάδι (σ.σ.: ότι είναι σημαιοφόρος) ότι κάποιος σαν εμένα επιτρέπεται να φέρει τη γερμανική σημαία», πρόσθεσε.
Η οικογένεια Αντετοκούνμπο επίσης βίωσε ρατσισμό. Οι γονείς του Γιάννη, του Θανάση, του Κώστα, του Αλέξη, του Φράνσις κατάφεραν με πολύ μεγάλη ψυχική αντοχή και δύναμη όχι μόνο να παραμείνουν ενωμένοι, αλλά και να δώσουν στα παιδιά τους τη δυνατότητα να σταθούν όρθια και να τα καταφέρουν. Ομως, αν το ταλέντο λειτούργησε ως «μαγική σφαίρα», που μάγεψε ακόμα και εκείνους που πριν ήθελαν να τους διώξουν από την Ελλάδα, τι γίνεται με όλους τους υπόλοιπους μετανάστες που αντιμετωπίζονται ως εισβολείς; Τι γίνεται με όλα εκείνα τα ασυνόδευτα παιδιά που μπορεί να μην έχουν το ταλέντο του Μανόλο ή του Γιάννη, αλλά έχουν άλλες θαυμάσιες ικανότητες και προοπτικές;
Η μεταναστευτική πολιτική είναι δύσκολη άσκηση σε μια δύσκολη εποχή. Ομως, δεν πρέπει να επικρατήσουν ο φόβος, η καχυποψία και η ξενοφοβία. Δεν πρόκειται για επίκληση σε κάποιο αόριστο συναίσθημα, αλλά για τη φωνή του ορθολογισμού και της καθαρής σκέψης που πρέπει να ακούγεται στις σύγχρονες δημοκρατίες. Η αυστηρή πολιτική στο Μεταναστευτικό δεν θα έχει καμία αξία αν δεν είναι δίκαιη και ανθρωποκεντρική.