Τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων τείνουν να απασχολούν για μία σύντομη περίοδο τον δημόσιο λόγο, ώσπου να ξεχαστούν ύστερα από λίγο, στο χάος της καθημερινής επικαιρότητας, αποδεικνύοντας ότι γενικότερα το ζήτημα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης παραμένει δευτερεύον στον δημόσιο λόγο.
Πριν από 30-40 χρόνια η επιλογή σχολής είχε συχνά έντονο μορφωτικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Σήμερα το ερώτημα που κυριαρχεί επικεντρώνεται στο τι δουλειά θα κάνει ένας απόφοιτος όταν περατώσει τις σπουδές του. Αυτό είναι απολύτως κατανοητό σε ένα περιβάλλον οικονομικής αβεβαιότητας, αλλά οδηγεί σταδιακά σε υποτίμηση γνωστικών πεδίων που, ενώ διαθέτουν μεγάλη πολιτιστική και κοινωνική σημασία, η αξιολόγησή τους από την αγορά εργασίας θεωρείται μικρή. Η προφανής αυτή διαπίστωση αφορά τις ανθρωπιστικές σπουδές.

Φιλόλογος, Διδάκτωρ Πολιτικής Φιλοσοφίας που εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, o Δρ Δημήτριος Γκίκας
Η φετινή εικόνα των βάσεων αποτελεί ακόμη έναν κρίκο σε μια μακρόχρονη αλυσίδα υποχώρησης των ανθρωπιστικών σπουδών. Το θέμα, βέβαια, δεν είναι ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες «έχασαν την αξία τους». Οι βάσεις αποτυπώνουν κυρίως τις προτιμήσεις των υποψηφίων υπό τις σημερινές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, όχι την αντικειμενική αξία και σημασία ενός γνωστικού πεδίου. Οι περισσότεροι μαθητές δεν επιλέγουν πλέον σχολή με κριτήριο το γνωστικό αντικείμενο, αλλά τις πιθανότητες επαγγελματικής αποκατάστασης. Η Φιλολογία, η Ιστορία, η Φιλοσοφία και συναφή αντικείμενα δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν κλάδους όπως η Πληροφορική ή οι Επιστήμες Υγείας, οι οποίοι εμφανίζονται να προσφέρουν σαφέστερες προοπτικές.
Εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Την ίδια στιγμή που η κοινωνία επενδύει ολοένα και περισσότερο στην Τεχνητή Νοημοσύνη, αυξάνεται η ανάγκη για Φιλοσοφία, Ηθική, Πολιτική Θεωρία, Ιστορία, Κοινωνιολογία, Γλωσσολογία κ.λπ. Τα ερωτήματα για την αλγοριθμική λήψη αποφάσεων, την ιδιωτικότητα, τη δημοκρατία, την ελευθερία και την ανθρώπινη ταυτότητα είναι πρωτίστως ανθρωπιστικά και όχι τεχνολογικά. Με άλλα λόγια, η εποχή που φαίνεται να απομακρύνεται από τις ανθρωπιστικές επιστήμες είναι ίσως εκείνη που τις χρειάζεται περισσότερο.
Οι ανθρωπιστικές σχολές συχνά παρουσιάζονται ως χώροι θεωρητικής γνώσης χωρίς σαφή εφαρμογή. Ομως, οι δεξιότητες που καλλιεργούν – κριτική σκέψη και ανάλυση, επιχειρηματολογία, ερμηνεία σύνθετων προβλημάτων, επικοινωνία – είναι ακριβώς εκείνες που πολλοί επιστήμονες, αλλά και εργοδότες, κατατάσσουν μεταξύ των σημαντικότερων για τις επόμενες δεκαετίες.
Τα παραπάνω οδηγούν σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη διαπίστωση πολιτισμικού χαρακτήρα: οι κοινωνίες που επενδύουν αποκλειστικά στην τεχνολογική κατάρτιση κινδυνεύουν να παράγουν άριστους τεχνικούς, αλλά όχι κατ’ ανάγκην σωστούς πολίτες με ιστορική συνείδηση, φιλοσοφική κρίση και δημοκρατική παιδεία. Η αξία, λοιπόν, των ανθρωπιστικών σπουδών καθορίζεται από το είδος της κοινωνίας που επιθυμούμε να έχουμε. Τεχνολογική πρόοδος χωρίς ανθρωπιστική παιδεία μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνίες περισσότερο «αποτελεσματικές», αλλά όχι κατ’ ανάγκην περισσότερο ελεύθερες, δίκαιες ή ανθρώπινες…























