Το γεγονός αυτό, κατ’ αρχάς, επιβεβαιώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι οι καταγγελίες της αντιπολίτευσης και οι ισχυρισμοί περί υποτιθέμενης συγκάλυψης, παράνομων φορτίων κ.λπ. κατέρρευσαν άμεσα, όταν από τα πορίσματα και τις διαδικασίες της έρευνας αποδείχθηκε ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε συμβεί. Και, δεύτερον, ότι οι πολίτες θέλουν προτάσεις πολιτικής για την επίλυση των προβλημάτων της καθημερινότητάς τους και δεν παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μόνο στην εκδήλωση συναισθημάτων οργής.
Αυτό είχε, άλλωστε, ως αποτέλεσμα και τη σαφή υποχώρηση της δημοσκοπικής επιρροής κομμάτων που βάσισαν τη σημαντική, πλην συγκυριακή, άνοδό τους στον καταγγελτικό λόγο και τον λαϊκισμό. Πολύ απλά, γιατί, όσο κι αν μικρή μερίδα πολιτών τείνει ευήκοα ώτα σε κόμματα που δεν είναι σε θέση να διατυπώσουν προτάσεις για τις λύσεις που απαιτούνται, αλλά επιλέγουν να επενδύουν στην οργή των πολιτών, είναι μαθηματικά βέβαιο πως δεν είναι δυνατόν να παραμένουν τόσο ψηλά και για πολύ, καθώς αποτελούν έκφραση σημείων των καιρών και αργά ή γρήγορα «ξεφουσκώνουν».
Με άλλα λόγια, οι διαρκείς κραυγές, η σκανδαλολογία, οι αστήρικτες καταγγελίες, οι θεωρίες συνωμοσίας, η προσπάθεια αποδόμησης των επιχειρημάτων του αντιπάλου με επαναλαμβανόμενες γενικόλογες εκφράσεις λαϊκισμού και υποκρισίας, του τύπου «λέτε ψέματα», και οι απαράδεκτες επιθέσεις κατά της κυβέρνησης και της Δικαιοσύνης μπορεί να βρίσκουν απήχηση σε ένα πολύ μικρό ακροατήριο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ή σε ένα μεγαλύτερο ακροατήριο, αλλά για περιορισμένο χρόνο. Ομως, ο τοξικός λόγος δεν επιβραβεύεται από τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, έστω κι αν πρόσκαιρα δείχνει να ανεβάζει τα δημοσκοπικά νούμερα.
Οσο για τα παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση μπορεί να είναι ακόμα χειρότερη, από τη στιγμή που και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση δεν διαθέτουν, αλλά και (και ως εκ τούτου) αδυνατούν να ανακάμψουν δημοσκοπικά, παραμένοντας μονίμως καθηλωμένα σε χαμηλά επίπεδα που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο.