Πέσαμε από τα σύννεφα και φέτος με τα αποτελέσματα της έρευνας PISA.
Πριν σοκαριστούμε, ας κρατήσουμε δύο στοιχεία: Πρώτον, τα καλά νέα είναι ότι τα Ελληνόπουλα κατέγραψαν υψηλότερες επιδόσεις σε σχέση με προηγούμενα χρόνια και κλείνουν σταδιακά την ψαλίδα που μας χωρίζει από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ε.Ε. των 27. Δεύτερον, τα κακά νέα είναι ότι ακόμα υπάρχουν πολλά παιδιά που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση και εξακολουθούν να υπολείπονται σε βασικές δεξιότητες κατανόησης κειμένου και απλών μαθηματικών πράξεων.
Ο προβληματισμός δεν αφορά μόνο το δημοτικό και το γυμνάσιο. Παλαιότερη έρευνα του ΟΟΣΑ που αφορά τους ενηλίκους (2016) είχε δείξει ότι το 19% των αποφοίτων του πανεπιστημίου ήταν λειτουργικά αναλφάβητο. Οι δε νεότερες έρευνες δείχνουν ότι, ενώ στην Ελλάδα έχουμε το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ε.Ε., υστερούμε δραματικά στη σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας και στην απόκτηση δεξιοτήτων.
Αλλά μια στιγμή. Εδώ υπάρχουν πολιτικοί αρχηγοί που αδυνατούν να καταλάβουν τη σημασία ενός αποταμιευτικού λογαριασμού για τα παιδιά ή που ποντάρουν στα… λεφτόδεντρα. Επίδοξοι ηγέτες που ο δημόσιος λόγος τους βρίθει από ανακρίβειες, υπεραπλουστεύσεις και λαϊκισμούς, αποκαλύπτοντας την παντελή άγνοιά τους για το πώς λειτουργούν οι παγκόσμιες οικονομίες. Γεγονός που μας προκαλεί να σκεφτούμε τι θα έδειχνε μια αντίστοιχη έρευνα PISA για τα πολιτικά κόμματα και το επίπεδο του χρηματοοικονομικού εγγραμματισμού των στελεχών τους.
Και είναι αυτή ακριβώς η εικόνα που μας δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά ξεκομμένα το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά τον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία διαχρονικά και συνολικά. Από χρόνιες παθογένειες και αντικειμενικές δυσκολίες (νησιωτικότητα, ορεινότητα) μέχρι ιδεολογικές αγκυλώσεις (αξιολόγηση, ιδιωτικά πανεπιστήμια) και φοβικά σύνδρομα (ποιος φοβάται τα σύγχρονα βιβλία;) που κράτησαν πίσω τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν φταίνε τα παιδιά. Οι νεότερες γενιές είναι πανέξυπνες, τεχνολογικά υπερκαταρτισμένες, αλλά και βαθιά σημαδεμένες από την πρόσφατη πανδημία (ένας από τους λόγους που έπεσαν οι επιδόσεις όλων των χωρών στην έρευνα της PISA). Ομως τα αποτελέσματα που βλέπουμε στην Ελλάδα δεν αποτελούν μια οριζόντια καταγραφή χωρίς διαφοροποιήσεις. Αντιθέτως, σχηματίζουν έναν διαδραστικό χάρτη που φωτίζει προβλήματα του παρελθόντος και κοινωνικο-οικονομικές ανισότητες. Οπως, για παράδειγμα, ότι οι μαθητές και οι μαθήτριες των αστικών κέντρων επιτυγχάνουν υψηλότερες επιδόσεις από τους μαθητές/τριες σε σχολεία αγροτικών περιοχών.
Τα ποιοτικά συμπεράσματα της έρευνας είναι εξίσου σημαντικά με τα ποσοτικά. Πολύ σωστά λοιπόν το υπουργείο εστιάζει στα επιμέρους ευρήματα, με την υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη, να δηλώνει: «Αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες, αξιοποιούμε τα θετικά και προχωρούμε με σχέδιο». Αλλωστε βασική αρχή των μαθηματικών -και της ζωής- είναι πως, αν αντιληφθείς ποιο είναι το πρόβλημα, έχεις ήδη ανακαλύψει τη μισή λύση.




















