
Γράφει ο Πάνος Αμυράς*
«Τι περισσότερο θα πάθουμε», έλεγαν ορισμένοι ευκολόπιστοι τον Ιανουάριο του 2015 και έριχναν την ψήφο τους στον ΣΥΡΙΖΑ. Λίγους μήνες αργότερα πλήρωσαν ακριβά την επιλογή τους με το τρίτο, αχρείαστο Μνημόνιο, με το οποίο μονιμοποιήθηκε ο ΕΝΦΙΑ, ακρίβυναν τα τρόφιμα και τα είδη πρώτης ανάγκης μέσω του αυξημένου ΦΠΑ 24%, μειώθηκαν οι συντάξεις και εξαφανίστηκε το ΕΚΑΣ.
Επί ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε η γενιά των 350 ευρώ όταν το 2015 υπόσχονταν κατώτατο μισθό στα 751 ευρώ, η μερική απασχόληση κυριάρχησε στην αγορά εργασίας, ενώ δεκάδες χιλιάδες επιστήμονες μετανάστευσαν στο εξωτερικό για να βρουν καλύτερη τύχη.
Λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, τον Σεπτέμβριο του 2019, ο Τσίπρας ανακοίνωσε την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 586 ευρώ στα 650 προκειμένου να ανακόψει τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Η αύξηση του κατώτατου μισθού, πριν από το Μνημόνιο Τσίπρα, θα μπορούσε να γίνει από το 2017 βάσει της συμφωνίας των «Σαμαροβενιζέλων» με τους δανειστές, αλλά η εφαρμογή του μέτρου καθυστέρησε κατά δύο χρόνια λόγω της οπισθοδρόμησης της οικονομίας μετά την καταστροφική διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015.
Οταν ανακοινώθηκε η αύξηση του κατώτατου μισθού, ο κ. Τσίπρας είχε προσδώσει θεωρητική υπόσταση στην έννοια των «λεφτόδεντρων», λέγοντας με στόμφο, από το βήμα της ΔΕΘ, ότι «οι αυξήσεις μισθών φέρνουν την ανάπτυξη». Εάν ίσχυε αυτό, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να διπλασιάσει όλους τους μισθούς για να πετύχει υψηλότερη ανάπτυξη, αλλά ο Τσίπρας ποτέ δεν τα πήγαινε καλά ούτε με την οικονομία ούτε με την ανάπτυξη.
Ο Μητσοτάκης, από την πλευρά του, προεκλογικά είχε δεσμευθεί ότι ο κατώτατος μισθός θα αυξάνεται σε ποσοστό διπλάσιο του ρυθμού ανάπτυξης, ώστε πρώτα η οικονομία να δημιουργήσει εισοδήματα και, επιπλέον, οι οικονομικά ασθενέστεροι να έχουν προβάδισμα στη σύγκλιση με τους υπόλοιπους μισθωτούς. Για παράδειγμα, φέτος το υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα ανέλθει σε 2,8%. Αυτό σημαίνει ότι ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να αυξηθεί κατά 5,6%, δηλαδή από 650 ευρώ θα φτάσει τα 686 ευρώ.
Χθες η Εφη Αχτσιόγλου, υπό την πίεση των δημοσιευμάτων σχετικά με το κυβερνητικό σχέδιο για τις αυξήσεις στους μισθούς, κατέθεσε πρόταση νόμου στη Βουλή ζητώντας ο κατώτατος να αυξηθεί 7,5% φέτος και 7,5% το 2021.
Με τσιγκουνιά λειτούργησαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί 7,5% αύξηση και όχι 10%, για να τονωθεί περαιτέρω η οικονομία, αφού σύμφωνα με τον Τσίπρα οι αυξήσεις φέρνουν την ανάπτυξη και όχι το αντίστροφο;
Το ωραίο είναι ότι για το 2021 η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκτιμά πως η ανάπτυξη θα κινηθεί πάνω από 3%, επομένως και η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να πλησιάζει το 7%, όπως προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Με τη διαφορά, βέβαια, ότι πρώτα θα τρέξει η οικονομία για να δημιουργήσει τα περιθώρια της εισοδηματικής αύξησης.
ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΒΕ
Το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών εκτιμά πως η ανάπτυξη το 2019 ξεπέρασε οριακά το 2%, ενώ φέτος θα πλησιάσει το 2,5%. Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, ωστόσο, επισημαίνει ότι σε βάθος χρόνου η αύξηση του ΑΕΠ δεν θα είναι εύκολη, παρά μόνο μέσα από νέες μεταρρυθμίσεις.
Συγκεκριμένα, ο κ. Βέττας αναφέρει ότι «μετά τα επόμενα λίγα χρόνια, όπου αναμένεται βελτίωση μεγεθών, τα θεμελιώδη της οικονομίας δεν την ωθούν μεσοπρόθεσμα από το 2% προς το 3%, αλλά την υποβιβάζουν προς το 1% ετήσιας πραγματικής μεγέθυνσης. Η πορεία ενδυνάμωσης της οικονομίας δεν έχει τελειώσει, ούτε θα είναι αυτόματη. Θα απαιτηθούν στοχευμένες πολιτικές, όσο και οριζόντιες, ειδικότερα στα συστήματα φορολογίας, συντάξεων και εκπαίδευσης. Ο στόχος πρέπει να είναι να αυξηθεί συστηματικά η αμοιβή της εργασίας και της επιχειρηματικότητας στη χώρα. Μόνο εάν αυτό συμβεί, η μεγέθυνση της οικονομίας που καταγράφεται σήμερα θα οδηγήσει σε συνθήκες για ισχυρή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα».
*Ο Πάνος Αμυράς είναι διευθυντής του Ελεύθερου Τύπου
Από την έντυπη έκδοση