Η ελληνική λογοτεχνία φτωχότερη: «Έφυγε» στα 66 του χρόνια ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης

9 λεπτά
Η ελληνική λογοτεχνία φτωχότερη: «Έφυγε» στα 66 του χρόνια ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης

Κοιτάζω την οθόνη του τηλεφώνου και αρνούμαι να πατήσω το πράσινο κουμπί, αρνούμαι να δεχτώ την είδηση που κυκλοφορεί από το πρωί στις ειδήσεις, στις παρέες, στους διαδρόμους των γραφείων.

Ο Αλέξης «έφυγε». Μια φράση στεγνή, δημοσιογραφική, που αδυνατεί να χωρέσει τον άνθρωπο που πριν από μόλις δύο εικοσιτετράωρα, στις 19 Ιουλίου, έκλεινε τα εξήντα έξι του χρόνια. Για μένα, αυτή η ημερομηνία θα είναι πάντα ένα ανεξίτηλο σημάδι, αφού μοιραζόμασταν την ίδια ακριβώς μέρα γενεθλίων. Φέτος, η κοινή μας γιορτή έμελλε να γίνει το προοίμιο ενός αποχωρισμού που ακόμα αρνούμαι να συνειδητοποιήσω. Μας ξεγέλασε όλους. Μας ξεγέλασε με εκείνη την αιώνια εφηβική του κοψιά, το καθαρό βλέμμα, την αστείρευτη ενέργεια με την οποία αντιμετώπιζε τις λέξεις, τη ζωή, ακόμα και την ίδια του την ασθένεια. Για όσους είχαμε την τύχη να τον ζήσουμε και να τον εκτιμήσουμε βαθιά, ο θάνατός του δεν είναι απλώς μια απώλεια για τα ελληνικά γράμματα· είναι μια προσωπική, βίαιη ρωγμή στην καθημερινότητά μας.

Όταν γνωρίζεις τον Αλέξη Σταμάτη, το πρώτο πράγμα που σε μαγνητίζει είναι η αρχιτεκτονική του συγκρότηση. Δεν είναι τυχαίο ότι σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και έκανε μεταπτυχιακά στο Λονδίνο, συνδυάζοντάς την με τον κινηματογράφο. Αυτή η ιδιότητα του δομικού δημιουργού δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ακόμα και όταν άφησε τα σχέδια για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο χαρτί, συνέχισε να χτίζει. Έχτιζε κόσμους, χαρακτήρες, γέφυρες ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό. Τα βιβλία του δεν ήταν απλές ιστορίες· ήταν οικοδομήματα με στέρεα θεμέλια, σκοτεινά υπόγεια και φωτεινές σοφίτες, όπου κατοικούσαν οι δικές του εμμονές, οι δικοί μας φόβοι.

Η σχέση μαζί του είχε μια σπάνια, αθόρυβη ποιότητα. Δεν είχαμε καθημερινή τριβή, ούτε συχνή επαφή. Όποτε όμως μιλούσαμε στο τηλέφωνο, ο χρόνος εκμηδενιζόταν. Οι συζητήσεις μας στρέφονταν πάντα γύρω από το κοινό μας καταφύγιο: τα δικά του βιβλία, τη λογοτεχνία, τη δύναμη των λέξεων. Υπήρχε ανάμεσά μας μια βαθιά, σιωπηρή βεβαιότητα· η σιγουριά ότι αυτή η φιλία ήταν εκεί, ακλόνητη. Ο Αλέξης ήταν παρών σε ό,τι κι αν του ζητούσα, με μια αυθεντική γενναιοδωρία που σπάνια συναντά κανείς. Δεν υπήρξε ποτέ ο σνομπ, αποστασιοποιημένος διανοούμενος που κοιτάζει τον κόσμο αφ’ υψηλού, κλεισμένος στις δικές του βεβαιότητες. Είχε μια βαθιά περιέργεια για τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους. Αυτή η ανάγκη επικοινωνίας ήταν που τον οδήγησε να γράψει 34 βιβλία, να δοκιμαστεί στην ποίηση, στο θέατρο, στο σενάριο, στο παιδικό μυθιστόρημα.

Το 1998, όταν κυκλοφόρησε «Ο έβδομος ελέφαντας», καταλάβαμε αμέσως ότι μια νέα, ισχυρή φωνή είχε έρθει για να ταράξει τα νερά της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Ήταν ένα βιβλίο που τόλμησε να κοιτάξει κατάματα την εξάρτηση, την πτώση και την αναγέννηση, θέματα που ο ίδιος ο Αλέξης γνώριζε καλά και δεν φοβήθηκε ποτέ να συζητήσει δημόσια, προσφέροντας δύναμη σε τόσο κόσμο. Δύο χρόνια μετά, το 2000, ήρθε το «Μπαρ Φλωμπέρ». Ένα μυθιστόρημα-σταθμός, που ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και καθιέρωσε τον Αλέξη ως έναν διεθνή συγγραφέα. Θυμάμαι να συζητάμε για τη δομή αυτού του βιβλίου, για το πώς η αναζήτηση ενός χειρογράφου μετατρέπεται σε μια υπαρξιακή οδύσσεια.

Ακολούθησαν έργα σπουδαία, όπως η «Αμερικάνικη Φούγκα», η οποία τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Τεχνών, το «Ζωή», το «Μητέρα», το «Χαμαιλέοντες». Σε κάθε του βήμα, ο Αλέξης εξερευνούσε τις ρωγμές της ανθρώπινης ψυχής. Τον γοήτευαν οι οριακές καταστάσεις, οι ήρωες που βρίσκονταν στο μεταίχμιο, οι οικογενειακοί δεσμοί που άλλοτε λυτρώνουν και άλλοτε πνίγουν. Ίσως γιατί και ο ίδιος, ως γιος της σπουδαίας Μπέτυς Αρβανίτη και του αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη, κουβαλούσε μια βαριά, αλλά και πανέμορφη καλλιτεχνική κληρονομιά, την οποία μετέπλασε σε προσωπικό, αυτόνομο έργο με απόλυτη επιτυχία.

Τις τελευταίες ημέρες, η σκέψη όλων μας ήταν στην Κλινική Αθηνών. Γνωρίζαμε για τη μάχη που έδινε με εκείνη τη σπάνια ασθένεια του αίματος. Μια μάχη βουβή, αξιοπρεπή, χωρίς μελοδραματισμούς. Ο Αλέξης δεν ήθελε να τον λυπούνται. Ήθελε να μιλάει για τα επόμενα σχέδιά του, για τα μαθήματα δημιουργικής γραφής που τόσο αγαπούσε, για τη σύζυγό του, την Εύα, και τον μικρό του Ερμή, που ήταν το κέντρο του κόσμου του. Ακόμα και μέσα από τη δοκιμασία, η σκέψη του ήταν καθαρή, γεμάτη φως και δημιουργία.

Η απώλεια του Αλέξη αφήνει ένα τεράστιο κενό στην εφημερίδα, στους εκδοτικούς οίκους, στα βιβλιοπωλεία, αλλά κυρίως στις καρδιές μας. Είναι αφάνταστα δύσκολο να συνειδητοποιήσεις ότι δεν θα ξανακούσεις τη φωνή του στο τηλέφωνο, ότι αυτή η διακριτική αλλά ισχυρή παρουσία χάθηκε. Μας μένουν όμως οι λέξεις του. Μας μένουν οι ήρωές του που θα συνεχίσουν να συχνάζουν στο «Μπαρ Φλωμπέρ», να ψάχνουν τον έβδομο ελέφαντα, να ζουν μέσα από τις σελίδες των βιβλίων του.

Αλέξη, φίλε μου ακριβέ, το κείμενο αυτό γράφτηκε με δάκρυα στα μάτια και με μια βαθιά άρνηση να δεχτώ το τέλος. Κάθε επόμενη 19η Ιουλίου θα έχει πλέον τη δική σου απουσία να τη σκιάζει. Όπως έλεγες κι εσύ, η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να νικήσουμε τον χρόνο. Εσύ τον νίκησες προ πολλού. Καλό σου ταξίδι.

Γιούλη Τσακάλου

Ελεύθερος τύπος

Ακολουθήστε το EleftherosTypos.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο EleftherosTypos.gr
ΣΧΟΛΙΑ
Σχολιασμός

Tο eleftherostypos.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Exit mobile version