Ένα διήγημα κάθε ημέρα – Οι 5 σημαδεμένοι του Ελ Βιέντο… από τον Απόστολο Σπυράκη

6 λεπτά
Ένα διήγημα κάθε ημέρα – Οι 5 σημαδεμένοι του Ελ Βιέντο… από τον Απόστολο Σπυράκη

Ο θερινός κινηματογράφος ήταν μια όαση, στην αυλή του μπορούσες να χαθείς και να μεταφερθείς σ’ άλλες χώρες, να ονειρευτείς και να νιώσεις ωραία για λίγο, βλέποντας τις περιπέτειες των πρωταγωνιστών.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Από τον συγγραφέα Απόστολο Σπυράκη

Εκεί στην αρχή του καλοκαιριού οι μέρες γίνονταν πιο φωτεινές, η φύση πρασίνιζε παντού γύρω, γράφαμε εξετάσεις για να περάσουμε την τάξη στο λύκειο κι εκείνο το καλοκαίρι άνοιξε θερινό σινεμά στο χωριό, μια αυλή με πρασινάδες στην άκρη του οικισμού, κανείς δεν ήξερε τι ήταν αυτό, δεν είχαμε ακούσει για κάτι παρόμοιο. Εγώ κανονικά δεν είχα δικαίωμα εισόδου σε πολλές ταινίες ,ήμουν ανήλικος, μια μέρα ο μεγάλος αδερφός μου πήγε στον Ανδρόνικο τον ιδιοκτήτη, κι κείνος μου είπε: «Εντάξει μπορείς να μπαίνεις».

Είχα ακούσει ένα σωρό ιστορίες από τον αδερφό μου, είχε περάσει μια τετραετία σε μια τεχνική σχολή στην Καβάλα κι εκεί μπορούσε να δει ένα σωρό έργα, στο θερινό σινεμά λοιπόν είχα δει όλες τις σκηνές που μου είχε αφηγηθεί, τον Ρότζερ Μουρ να διασχίζει ένα ποταμάκι πατώντας πάνω στους κροκόδειλους, την περίφημη πάλη του Τσακ Νόρις με τον Μπρους Λι στο Κολοσσαίο, κι ένα άλλο επεισόδιο όπου ο Τσακ Νόρις προσπαθεί να σκοτώσει έναν τύπο τρομακτικό, που δεν πεθαίνει με τίποτα και στο τέλος βγαίνει από κάποιο πηγάδι όπου τον είχαν πετάξει, εκείνη η σκηνή μου είχε καρφωθεί στο μυαλό. Εκεί είχα δει και το πρώτο θρίλερ της ζωής μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ για ένα μήνα.

Οι περιπέτειες

Ο θερινός κινηματογράφος ήταν μια όαση, στην αυλή του μπορούσες να χαθείς και να μεταφερθείς σ’ άλλες χώρες, να ονειρευτείς και να νιώσεις ωραία για λίγο βλέποντας τις περιπέτειες των πρωταγωνιστών, η φυγή μέσα από τις σκηνές που διαδραματίζονταν στην οθόνη ήταν σωτήρια για τη δύσκολη εφηβεία που περνούσα. Πιο πολύ μας άρεσαν τα γουέστερν επειδή ταίριαζαν με το περιβάλλον του χωριού, η σκόνη, τα ανοιχτά τοπία, τα ηλιοκαμένα πρόσωπα των καβαλάρηδων, τα άλογα που κάλπαζαν στις ανοιχτές πεδιάδες, όλα αυτά μας ήταν πολύ οικεία. Στο θερινό σινεμά είχα δει κάτι γουέστερν που θυμάμαι ακόμα, το The Outcasts of the Poker Flat (αργότερα έμαθα τον τίτλο του), μια παλιά ταινία για μια ομάδα ανδρών και γυναικών που εγκλωβίζεται από τα χιόνια σ’ ένα καταφύγιο, ποιος ξέρει από πού την είχε ξεθάψει ο Ανδρόνικος. Εκεί είχα δει τους «Πέντε σημαδεμένους» του Ελ Βιέντο (Death rides a horse) με τον Λη Βαν Κλιφ του οποίου το πρόσωπο κι η γαμψή μύτη μού θύμιζε τον πατέρα μου. Το άλλο καουμπόικο έργο που μου είχε αρέσει ήταν «H Ατίθαση» (Hannie Caulder) με την Ράκελ Γουέλς.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Το θερινό σινεμά ήταν ένα παράθυρο στον κόσμο κι η μόνη ψυχαγωγία που με έθελγε, δεν μου άρεσαν ούτε τα ποδοσφαιράκια, ούτε το μπιλιάρδο που ποτέ δεν έμαθα να παίζω, ούτε τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια με τα οποία τρελαίνονταν οι φίλοι μου. Τις ντισκοτέκ που άνοιγαν τότε τις απέφευγα, το μόνο που με τραβούσε ήταν η μουσική, ακόμα θυμάμαι τους ήχους από το «Ιn Jeopardy» των Supertramp που χόρευε μια κοπέλα, το θερινό σινεμά όμως ήταν και το άλλο, εκεί μπορούσα να κάθομαι με τις ώρες και να χαζεύω την οθόνη.

Την επόμενη χρονιά ο γιος του ιδιοκτήτη που σπούδαζε σε κάποιο πολυτεχνείο της Γαλλίας, είχε αναλάβει τη διεύθυνση του σινεμά, είχε βρει κάτι άκρες κι έφερνε ταινίες γαλλικές όπου ακούγαμε τους ήρωες να μιλούν μια γλώσσα παράξενη. Γαλλικές ταινίες δεν μπορούσες να δεις τότε ούτε στην Καβάλα κι ήταν απίστευτο το γεγονός ότι εμείς βλέπαμε την «Εκδίκηση» με το παλιό τουφέκι (Le vieux fusil) με τον Φίλιπ Νουαρέ και την υπέροχη Ρόμι Σνάιντερ, όλοι είχαμε μείνει κατάπληκτοι από την ομορφιά της κι από κείνον τον πύργο όπου ο πρωταγωνιστής κρύβεται ψάχνοντας τα σπασμένα γυαλιά του και σκοτώνει τους Γερμανούς κατακτητές περνώντας μέσα από στοές σκοτεινές. Τότε είχα δει «Τη συμμορία των Σικελών» κι είχα εντυπωσιαστεί από τα αεροδρόμια, τα στενά και τα μαγαζιά του Παρισιού.

Όλοι μιλούσαν για τη σκηνή με τον Αλέν Ντελόν και τη γυμνή γυναίκα στην παραλία, όμως εγώ πιο πολύ πρόσεχα τα σκηνικά και τα αντικείμενα, τις μπουκάλες του κρασιού, τα κηροπήγια, τα σερβίτσια, τις παλιές ταμειακές μηχανές που κουδούνιζαν. Ο Ζαν Γκαμπέν που μου θύμιζε τον παππού μου, έτσι ασπρομάλλης και γεροδεμένος που ήτανε, πρωταγωνιστούσε και στα Λύτρα της Σιωπής (La Horse), ένα φιλμ με χωριάτικη ατμόσφαιρα, όπου ο κτηματίας πάτερ φαμίλιας πρέπει να προστατέψει το αγρόκτημα και την οικογένειά του, έτσι σκοτώνει έναν έναν όλους τους μαφιόζους που τον απειλούν.

Στο μικρό μπαρ

Στο διάλειμμα καθόμασταν σ’ ένα μικρό μπαρ πίνοντας λεμονάδες παγωμένες, σε μια γωνιά του πάγκου καθόταν κι ο Ανδρόνικος, στο κεφάλι του ξεχώριζε μια άσπρη τούφα, φορούσε ένα μπλουζάκι Lacoste κι έπινε ουίσκι από ένα ποτήρι ψηλό λέγοντας ιστορίες παλιές, πώς κάποιο κάρο παρασύρθηκε από τα σκυλιά ένα πρωί που πήγαινε στο χωράφι κι ο άνθρωπος που ήταν πάνω του έπεσε και σκοτώθηκε, για μια παρέα που πήγε να μαζέψει τσάι του βουνού ψηλά στις κορφές, και σε μια στροφή το τρακτέρ χωρίς κουβούκλιο που οδηγούσαν έπεσε σ’ ένα γκρεμό, όλοι είχαν πέσει από τη σωστή μεριά εκτός από τον οδηγό που πανικοβλήθηκε κι έπεσε από την άλλη.

Οι ιστορίες του Ανδρόνικου μπερδεύονταν με τις σκηνές που βλέπαμε στο σινεμά, ληστές επιτίθονταν σε σπίτια μέσα στη βροχή, καβαλάρηδες και τύποι με ρούχα κουρελιασμένα έκαιγαν καλύβες φτωχών χωρικών, κάρα χωρίς οδηγούς έτρεχαν ακυβέρνητα.

Ειδήσεις Σήμερα
Ακολουθήστε το EleftherosTypos.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο EleftherosTypos.gr
ΣΧΟΛΙΑ
Σχολιασμός

Tο eleftherostypos.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

Exit mobile version