Λοιπόν, να τα πούμε ίσια: τα θερινά της Κυψέλης δεν ήταν απλώς σινεμά. Ηταν μια μικρή ομοσπονδία από καρέκλες που έτριζαν, κουνούπια με άποψη και γιασεμιά που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να σε πείσουν ότι ζεις κάτι ρομαντικό.
Οπως και η Κυψέλη δεν είναι γειτονιά ούτε αρχιπέλαγος, μα μια πολιτεία αυτόνομη και εξωτική.
Είχε σύνορα. Κάτω το Ρίο Γκράντε, δηλαδή η Πατησίων. Από δω εμείς, από κει οι άλλοι. Η πλάτη της προστατευμένη από τα Τουρκοβούνια. Δεξιά, η Ευελπίδων, ο Μισισιπής. Αριστερά η Αμοργού, αναμφίβολα ο Κολοράντο. Είχαμε επηρεαστεί κι από τα γουέστερν, ποιος ξέρει. Η Κυψέλη ήταν μια πολιτεία που έβριθε από σινεμά, ταβέρνες, καλλιτέχνες και γιάφκες όπου κρύβονταν παράνομοι κομμουνιστές. Με τις αντινομίες και την αρχοντιά της. Αυτά τη βοήθησαν να παραμείνει σχεδόν ανέπαφη για καμιά 25αριά χρόνια. ’50, ’60 ως τα μέσα ή τέλη του ’70.
Τα θερινά της δεν ήταν αυλές, ταράτσες, σάμαλι, πασατέμπο, κοκ, γιασεμί, γαζία, Μπόγκαρτ, Αυτοκρατορία των αισθήσεων και αφιερώματα στον Τσάπλιν. Ηταν τράπεζες μνήμης. Χαλίκι που κράτησε ίχνη από βήματα, καρέκλες σκουριασμένες, με καλώδια ή καραβόπανο.
Οι αυλές ήταν διαφορετικές, αλλά έμοιαζαν μεταξύ τους με έναν τρόπο ανεξήγητο. Ισως γιατί ήξεραν ότι αυτό που συμβαίνει δεν θα κρατήσει.

Ο συγγραφέας Ηλίας Φραγκάκης
Η «Αθηνά». Ποιος τη θυμάται… Πάνω στο ποτάμι της Πατησίων. Πρόγραμμα ευρωπαϊκό κυρίως. Πολύ γρήγορα -το 1960 νομίζω- χτίστηκε πολυκατοικία. Το σινεμά παρέμεινε χειμερινό. Σήμερα στεγάζει μια επιχείρηση μπόουλινγκ.
Η «Αελλώ». Λίγο πιο πέρα. Ενιωθες ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά δεν ήξερες τι. Ισως η καρέκλα που σε τιμωρούσε επειδή κάθισες, ίσως ο τύπος πίσω που εξηγούσε την πλοκή δυνατά. Παρ’ όλα αυτά, γέμιζε.
Ανάμεσα στα δύο αυτά, το μοναχικό «Au revoir» για ποτό, τζαζ και στοχασμό πάνω στον Μπουνιουέλ.
Το «Μετροπόλ» πιο απόμακρο – ίσως γιατί βρισκόταν απέναντι από το τμήμα. Ενα μέρος όπου το παγωτό έλιωνε πριν φτάσεις στη δεύτερη μπουκιά. Ολα καλά μέχρι να αρχίσει το παιδάκι δίπλα να κλοτσάει την καρέκλα σου με ρυθμό. Μικρό, στριμωγμένο. Οταν περνούσες ανάμεσα στις καρέκλες σηκωνόταν όλη η σειρά. Συλλογική εμπειρία, όχι αστεία.
Το «Πιγκάλ» άλλη ιστορία. Πήγαινες για ταινία και έβγαινες με άρωμα γιασεμιού που σε ακολουθούσε μέχρι τον Σεπτέμβρη.
Το «Ριάλτο» μετά το ’64 που χτίστηκε παρέμεινε σινεμά που το καλοκαίρι άνοιγαν οι πλαϊνές πόρτες για αέρα κι έβγαινες στο διάλειμμα σε έναν μακρόστενο ακάλυπτο σαν προαύλιο φυλακής και καπνίζοντας άκουγες φράσεις τύπου «η φωτογραφία είναι ενδιαφέρουσα». Ηξερες ότι δεν είχαν καταλάβει τίποτα.
Το «Κυψελάκι». Μεγάλο με ανοιγόμενη οροφή. Γκαράζ πλέον.
Το «Αττικόν» προσπαθούσε να είναι σοβαρό. Να δώσει μια αίσθηση «είμαστε σινεμά, δεν είμαστε αυλή της θείας σου». Δεν τα κατάφερνε πάντα, αλλά η προσπάθεια μετρούσε. Στις περγαμηνές του η προβολή της «Αγριας Συμμορίας» του Πέκινπα.
Το «Αμπάσαντορ» είχε όνομα για διπλωμάτες και καρέκλες για απλούς ανθρώπους που ίδρωναν. Μια αντίφαση που δούλευε υπέρ του.
Η «Ανίκα» μύριζε χώμα για γάτες – μαζί με τα ούρα τους. Οχι λίγο. Εκεί και οι συναυλίες των μαθητικών συγκροτημάτων – αγωνιστικών και ροκ.
Το «Κολοσσαίον» ήταν Μπεν Χουρ. Ηταν αυτό που έλεγε το όνομά του. Ανοιγόμενη οροφή και εδώ. Επαιζε και 3D ταινίες, συνήθως αισθησιακού περιεχομένου. Ηταν το πιο μουσικό σινεμά όχι μόνο γιατί φιλοξενούσε τις μουσικές επιδείξεις του Ελληνικού Ωδείου. Τα ρέστα του τα έδινε με τα 50 διαφορετικά cut (βλ. διαφορετικά μοντάζ) του Γούντστοκ και του Μοντερέι ποπ.
Η «Λουζιτάνια». Σεβάχ για τα παιδιά στην απογευματινή, Τσαρλς Μπρόνσον για τους μεγάλους στη βραδινή.
Τέλος, ένα όνομα βαρύ. Το θρυλικό «Media Luz», μετέπειτα «Φαντασία», και εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες καφεζαχαροπλαστείο «Select». Εκεί που κάποτε έβλεπαν ταινίες εν μέσω εμφυλίου, τώρα διαλέγεις ανάμεσα σε brunch και breakfast. Πρόοδος.

Από καιρού εις καιρόν κάναμε καταδρομικές ενέργειες περνώντας το ποτάμι για να πάμε στο «Μπρόντγουεϊ». Γιατί; Γιατί ήταν το παράξενο παιδί. Λίγος ουρανός, χωρίς κουνούπια, χωρίς γάτες να περνάνε από πάνω. Πολιτισμός. Ή έτσι νόμιζες, μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι σου λείπει το χάος.
Ή στο «Φιλίπ» που έμοιαζε με σινεμά που είχε δει πολλά και δεν ήθελε να μιλήσει. Οι τοίχοι κάτι ήξεραν. Εσύ δεν ήξερες τι, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας. Εκεί είδαμε το «12 συν ένα» και ανακαλύψαμε τον Βιτόριο Γκάσμαν. Ή στο «Τριανόν» με ανοιχτή σκεπή να ακούγεται παντού «Η Ιστορία της Ο».
Το θέμα με όλα αυτά δεν ήταν οι ταινίες. Ποιος θυμάται τι έπαιζε; Τζάμπα δεν υπήρχε εκτός αν είχες ξάδερφο με μπαλκόνι στον ακάλυπτο και έβλεπες από εκεί υπό γωνία τζαμπέ πλονζέ. Το θέμα ήταν η έξοδος. Η συμμετοχή στη μαγεία του σελιλόιντ.
Και κάπου ανάμεσα σε έναν κακό υποτιτλισμό και ένα κουνούπι που σε είχε βάλει στο μάτι προσωπικά, καταλάβαινες ότι αυτό είναι το καλοκαίρι. Η Κυψέλη. Τα παιδικά σου χρόνια. Οχι τέλειο, μα εξόχως φελινικό και αυθεντικά δικό σου.
Οταν άρχισαν να κλείνουν; Τίποτα δραματικό. Δεν βγήκε κανείς να φωνάξει. Απλώς μια μέρα πήγες και βρήκες χαλάσματα.
Τα σινεμά έχουν θαφτεί μέσα στα θεμέλια καινούργιων χρήσεων και παραμένουν εκεί. Σου κλείνουν πονηρά το μάτι. Ρωτάνε: «Θυμάσαι;». Και συ απαντάς «εδώ ήταν κάτι. Σινεμά» κι αν δεν σε έχει χτυπήσει τελείως το Αλτσχάιμερ, θα θυμηθείς και το όνομά του.























