Το ψυγείο του πάγου στο κουζινάκι με τις κατσαρόλες, τον τρίφτη, τα αλουμινένια σουρωτήρια και τις κουτάλες στην ξύλινη ραφιέρα, βουτηγμένη στην πράσινη λαδομπογιά. Το πετρογκάζ κάτω από το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή με τη μεγάλη κληματαριά. Ο Αύγουστος πύρωνε την τσιμεντένια πλάκα της μονοκατοικίας στην οδό Τηλεμάχου, όπως και όλα τα αυθαίρετα της γειτονιάς.
Μια γειτονιά χειροποίητη, με αυλές, κήπους και κάθε λογής οπωροφόρα. Το Περιστέρι τότε, με συνοικίες εργατικές και τον Λόφο Αξιωματικών να αλλάζει τη φιλοσοφία του τόπου, με τη Λεωφόρο Τζων Κέννεντυ γεμάτη εμπορικά, αποθήκες και το μοναδικό ζαχαροπλαστείο «Καμέλια» με τις μυθικές νουγκατίνες και τα σιροπιαστά γλυκά του.

O συγγραφέας Αντώνης Δ. Σκιαθάς
Το Σάββατο το βράδυ σχεδόν όλη η γειτονιά, παρέες παρέες, κατηφόριζε στα τρία θερινά σινεμά: την Αλίκη, την Αλεξάνδρα και τον Αρη. Το Σινέ Αλεξάνδρα ήταν και χειμερινός κινηματογράφος. Το καλοκαίρι άνοιγε η οροφή του μ’ έναν μοναδικό μηχανισμό για την εποχή, που είχε κατασκευάσει ο τεχνίτης Σταματόπουλος, και φαινόταν όλος ο ουράνιος θόλος. Ο κινηματογράφος Αρης, με το πανί προβολής του τεράστιο και τα χαλίκια να δροσίζουν τα πόδια μας, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής τα ελευθερώναμε από τα πέδιλα και πατάγαμε κατάχαμα. Τριγύρω, η μάντρα ψηλή, πνιγμένη στο αγιόκλημα, και οι καρέκλες σιδερένιες, με πράσινο πανί.
Ο παγοπώλης πέρασε στην ώρα του. Σ’ ένα σακί κουβάλησε την κολόνα του πάγου και την τοποθέτησε στη θήκη του ψυγείου. Το καρπούζι, πράσινο, με φαρδιές κίτρινες ρίγες, κόπηκε στα τέσσερα και τοποθετήθηκε στις σχάρες του ψυγείου. Με δυο καρπούζια περνάγαμε σχεδόν ολόκληρη την εβδομάδα. Ο μανάβης ήταν περήφανος για την πραμάτεια του. Στο τρίκυκλο υπαίθριο κατάστημά του υπήρχαν πεπόνια αργίτικα, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες από τα περιβόλια του στα Σεπόλια και καρπούζια που τα ’λεγε βαρέλες.
Η έξοδος του Σαββάτου είχε προγραμματιστεί με τους γείτονες από την αρχή της εβδομάδας. Στο Σινέ Αρης προβαλλόταν και πάλι η ταινία «Και οι επτά ήταν υπέροχοι», γουέστερν αμερικανικής παραγωγής, σε σκηνοθεσία Τζον Στέρτζες και σενάριο Γουίλιαμ Ρόμπερτς. Πρωταγωνιστούσαν οι Γιουλ Μπρίνερ, Στιβ Μακ Κουίν και Τσαρλς Μπρόνσον, μυθικές φιγούρες του αμερικανικού κινηματογράφου. Απέναντι απ’ το ταμείο, το κυλικείο, με τα χωνάκια γεμάτα στραγάλια και πασατέμπο να στολίζουν τον πάγκο. Δίπλα, ένα μεγάλο βαρέλι με πάγο και τα μπουκάλια με τις γκαζόζες, τις πορτοκαλάδες και τα μπυράλ να περιμένουν αγόραστα.
Ηταν συμφωνημένο, πριν φύγουμε από το σπίτι, τι θα αγοράζαμε για να μας συνοδεύσει κατά τη διάρκεια της ταινίας. Οταν όμως η γυναίκα του αιθουσάρχη είχε τα κέφια της και έφτιαχνε ποπ κορν, παραβιαζόταν κάθε οικογενειακή συμφωνία. Επεφτε έξω ο οικονομικός προγραμματισμός, καθώς η σακούλα με το καλαμπόκι ήταν η αγαπημένη μας αγκαλιά στην πολυθρόνα απέναντι από την οθόνη. Το μπυράλ, στο γυάλινο μπουκάλι με το καραμελωμένο σκούρο χρώμα, τη φρουτώδη γεύση και το έντονο ανθρακικό, ήταν η απόλυτη απόλαυση όταν συνοδευόταν από τις γεύσεις του ποπ κορν. Στην πρώτη θέση από τη μεριά των διαδρόμων καθόταν η μητέρα, για να ελέγχει την είσοδο και την έξοδό μας· μετά οι γείτονες και μετά εμείς, η τσετία, στη σειρά, να σπρώχνουμε ο ένας τον άλλον με τους αγκώνες για το ποιος θα προλάβει να καθίσει όσο πιο μακριά γινόταν από τους γονείς.

Ο πατέρας αυτή τη φορά δεν ξεκίνησε μαζί μας, προφασιζόμενος ότι ήθελε να ξυριστεί. Καθώς ξεκινούσαμε για τον κινηματογράφο αρκετά νωρίτερα από την έναρξη της προβολής, είπε στη μητέρα ότι θα προλάβαινε να έρθει με την έναρξη της ταινίας. Την αυλή μας σκίαζε μια «αιωνόβια» κληματαριά και τη στόλιζε ένα μεγάλο τραπέζι με λευκό μάρμαρο και σιδερένια πόδια γεμάτα μαιάνδρους και ροζέτες. Στο κέντρο του υπήρχε πάντα μια πήλινη λεκάνη με λεμόνια και αποξηραμένα βότανα από τον κήπο.
Η ταινία ξεκίνησε και η ιστορία είχε καθηλώσει τους θεατές στην κατάμεστη μάντρα, με το άρωμα του γιασεμιού να μυθοποιεί την αυγουστιάτικη νύχτα. Στο διάλειμμα δεν είχε εμφανιστεί ο πατέρας. Η μητέρα ανησύχησε. Μου έδωσε εντολή να πάω σφαίρα στο σπίτι να δω τι γίνεται. Επέστρεψα πριν ξεκινήσει η προβολή και μετέφερα το μήνυμα ότι ο πατέρας τρώει.
Στο δεύτερο μέρος της ταινίας η μητέρα χοροπήδαγε στην καρέκλα και η γειτόνισσα κάθε τρεις και λίγο κάτι της έλεγε στ’ αυτί. Δεν είμαι σίγουρος ότι είδε το δεύτερο μέρος, γιατί με το που έπεσε το «The End» στο πανί, και πριν ανάψουν τα φώτα, είχε σηκωθεί να φύγουμε. Η απόσταση από την Τζων Κέννεντυ, που ήταν ο Αρης, έως την Τηλεμάχου, που ήταν το σπίτι μας, θα ήταν καμιά εφτακοσαριά μέτρα. Με κανονικό βήμα, χαλαρή διάθεση και την απαιτούμενη συζήτηση για την πλοκή του έργου κάθε φορά, η διάρκεια αυτού του ταξιδιού, με τις απαραίτητες στάσεις, κράταγε περίπου μισή ώρα. Αυτή τη φορά καταργήθηκαν όλα και ο χρόνος και η διαδρομή κονιορτοποιήθηκαν.
Εκείνη μπροστά κι εμείς από πίσω, σε μια πορεία θριάμβου για την ανακάλυψη της απουσίας του πατέρα. Εκείνος, με το λευκό φανελάκι, καλοξυρισμένος, στο μαρμάρινο τραπέζι, με το τρανζιστοράκι να λαλεί λαϊκές μελωδίες, μπροστά σε μια πιατέλα με δεκάδες κουκούτσια από το καρπούζι που είχε τεμαχίσει κατά τη διάρκεια της προβολής της ταινίας. Ακόμα και σήμερα αναρωτιέμαι πώς μέσα σε δύο ώρες έφαγε την περιβόητη βαρέλα που ζύγιζε πάνω από δέκα κιλά.


