Σε 7 σελίδες δεν ζήτησε καμία συγγνώμη και επιμένει στο ψέμα ότι στο επιτελείο του δεν γνώριζαν για την ύπαρξη νεκρών πολύ πριν ανακοινωθούν.
Διαβάστε ολόκληρο το κεφάλαιο από την «Ιθάκη» για το Μάτι
Το Μάτι υπήρξε η πιο σκοτεινή, η πιο οδυνηρή και τραυματική δοκιμασία της πρωθυπουργικής μου διαδρομής. Μια προσωπική συντριβή. Ο αφανισμός ανυποψίαστων ανθρώπων από μια αδυσώπητη δύναμη που έπρεπε, αλλά δεν μπορέσαμε, να ελέγξουμε.
Τότε πρώτη φορά άκουσα τον εαυτό μου να ψιθυρίζει «Γιατί Θεέ μου;». Εγώ, που ποτέ δεν επικαλέστηκα τον Θεό για να εξηγήσω το Σύμπαν, που είχα μάθει να ψάχνω τις αιτίες στη τη στον ουρανό. Και όμως. Εκείνη τη νύχτα, αυτές τις λέξεις γέννησε η απόγνωσή μου.
Θυμάμαι κάθε λεπτό, από τη στιγμή που άρχισαν να ξεδιπλώνονται οι διαστάσεις της τραγωδίας, οι αριθμοί των θυμάτων, οι εικόνες των καμένων σωμάτων, ο θρήνος των ανθρώπων που έχασαν τους δικούς τους. Όταν κατάλαβα ότι δεκάδες συμπολίτες μας είχαν βρει φρικτό θάνατο, ότι οικογένειες ολόκληρες χάθηκαν μέση σε λίγες στιγμές, ότι γονείς έχασαν τα παιδιά τους και παιδιά έχασαν τους γονείς τους, κάτι ράγισε μέσα μου. Ήταν μια τραγωδία που σε διαλύει πρώτα ως άνθρωπο και ύστερα ως Πρωθυπουργό. Γιατί ήμουν ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Δεν είχε σημασία πόσο ξαφνικό ή πόσο δύσκολα αντιμετωπίσιμο ήταν το φαινόμενο, δεν είχαν σημασία τα λάθη ή οι παραλείψεις άλλων υπηρεσιών ή προσώπων, το αναπάντεχο που θα έπρεπε όμως να αναμένουμε. Η τελική ευθύνη ήταν δική μου. Εγώ ήμουν ο επικεφαλής. Ήταν η πρώτη φορά στη θητεία μου που ένιωσα τόσο ασήκωτο το βάρος της εξουσίας, όχι ως εργαλείο διακυβέρνησης, αλλά ως προσωπικό φορτίο ευθύνης για την ανθρώπινη απώλεια. Η τραγωδία στο Μάτι δεν είναι απλώς μια πληγή για τη διακυβέρνησή μου. Είναι μια πληγή για την ψυχή μου.
Τη Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018, ξύπνησα στο Σούνιο στις έξι πρωί από τον ήχο των παραθύρων που χτυπούσαν μανιασμένα. Βγήκα στο μπαλκόνι να αγναντέψω τη θάλασσα και την είδα να ανατριχιάζει από έναν σπάνιο για την περιοχή άνεμο. Φυσούσε Δυτικός, πράγμα που όσο ήμουν εκεί δεν είχα ξαναδεί. Έπαιρνε το επιφάνεια. Την προηγουμένη είχα ακούσει το μετεωρολογικό δελτίο και πλέον κατάλαβα τι εννοούσε, όταν έλεγε ότι η επόμενη μέρα είναι υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές στην Αττική.
Σε λίγες ώρες έπρεπε να βρίσκομαι στην Ελευσίνα, για να πετάξω με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος για το Σαράγεβο, προκειμένου να συμμετάσχω σε συνομιλίες με τον Πρωθυπουργό της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, Ντένις Ζβίζντιτς, και να μου αποδοθεί σε ειδική τελετή από το Παρατηρητήριο Διεθνών Οργανισμών και Παγκοσμιοποίησης η τιμητική Διάκριση Ειρήνης «Νίκος Νικηφορίδης», για τη συμβολή μου στην επίτευξη της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ο υπεύθυνος της φρουράς μου, όμως, την ώρα που έμπαινα στο αυτοκίνητο, με πληροφόρησε ότι λόγω των ανέμων η απογείωση θα γινόταν από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος».
Μέχρι να φτάσουμε στο αεροδρόμιο, οι συνεργάτες μου με ενημέρωσαν ότι έχουμε μεγάλη πυρκαγιά στα Γεράνεια Όρη. Επικοινώνησα με τον Νίκο Τόσκα, Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, που είχε την εποπτεία της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Με καθησύχασε ότι όλα τα εναέρια μέσα ήταν ήδη σε πλήρη επιχειρησιακή δράση.
Μου είπε ότι η φωτιά δεν έκαιγε ακόμη σε κατοικημένες περιοχές αλλά με την κατεύθυνση και τη δύναμη των ανέμων υπήρχε κίνδυνος να φτάσει στους Αγίους Θεοδώρους στα διυλιστήρια. Του ζήτησα να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα και με διαβεβαίωσε πως οι δυνάμεις πυρόσβεσης είχαν ήδη κινητοποιηθεί στο σύνολό τους. Ήταν μια φωτιά πολύ δύσκολη, τόσο λόγω της μορφολογίας του εδάφους όσο και των ισχυρών ανέμων που την τροφοδοτούσαν. Όταν απογειώθηκα, ζήτησα από τον πιλότο να περάσει επάνω από τα Γεράνεια. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εικόνα από το παράθυρο του αεροσκάφους, τον πυκνό καπνό να υψώνεται σαν απειλητικό πέπλο, καλύπτοντας τις πλαγιές του βουνού. Από ψηλά, το μέτωπο της φωτιάς φαινόταν τεράστιο και ανεξέλεγκτο, ένα κόκκινο ποτάμι που κατέτρωγε το βουνό. Μια εικόνα καταθλιπτική, ένας κακός οιωνός. Έφτασα στο Σαράγεβο και σχεδόν αμέσως ξεκίνησε η συνάντησή μου με τον Ζβίζντιτς. Ήταν μια επίσκεψη με ιδιαίτερο βάρος για τα βαλκανικά θέματα, όμως η προσοχή και η ανησυχία μου ήταν πίσω στην πατρίδα. Πριν ακόμη ολοκληρωθεί η συνάντηση, δέχτηκα τηλεφώνημα από τον Τόσκα. «Έχουμε ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μέτωπο στην Πεντέλη», μου είπε. «Χρειάζεται να στρέψουμε επειγόντως όλες τις δυνάμεις εκεί». Ήταν σαφές, από τον τόνο της φωνής του, πως η κατάσταση ήταν σοβαρή. Το απόγευμα, και ενώ κατευθυνόμασταν προς την ιστορική γέφυρα της πόλης, όπου θα λάμβανε μέρος η τελετή, οι πληροφορίες έγιναν συναγερμός: η φωτιά είχε περάσει τη Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση προς το Μάτι. Η ανησυχία μου έγινε αγωνία.
«Ζήτησαν σάκους πριν από λίγο…»
Διέκοψα αμέσως την επίσκεψη και έφυγα για την Αθήνα. Είχα ένα αίσθημα ενοχής που σε τέτοιες δύσκολες ώρες εγώ δεν ήμουν εκεί, για να έχω αντίληψη και εποπτεία της επιχείρησης. Και ύστερα η αγωνία εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Μόλις προσγειωθήκαμε, πήγα απευθείας στο Κέντρο Επιχειρήσεων. Έφτασα εκεί λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Η ατμόσφαιρα ήταν σιωπηλή και αποπνικτική. Η ενημέρωση που ζήτησα, αποσπασματική, δυσοίωνη, αλλά χωρίς καθαρή εικόνα της καταστροφής και χωρίς τον ειρμό και τη σιγουριά που πιστοποιούν ότι ο συντονισμός λειτουργεί. Θεώρησα κάποια στιγμή ότι αυτό που τους εμπόδιζε να μιλήσουν καθαρά ήταν η παρουσία ενός συνεργείου της ΕΡΤ, που κατέγραφε τη συζήτηση. Αλλά και όταν το συνεργείο έφυγε, δεν άλλαξε κάτι στην ατμόσφαιρα, λες και οι άνθρωποι κρύβονταν από την αλήθεια και τον ίδιο τον εαυτό τους. Κάποιος μόνο χαμηλόφωνα είπε:
«Πρόεδρε… τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα».
«Υπάρχει περίπτωση να έχουμε νεκρούς;»
«Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε σαφή εικόνα, αλλά ζήτησαν σάκους πριν από λίγο».
Η φράση αυτή με πάγωσε. Εκείνη την ώρα, βέβαια, η προσοχή όλων είχε στραφεί στη μάχη για να σωθούν όσοι κυνηγημένοι από τη φωτιά είχαν βγει στη θάλασσα. Ο Νεκτάριος Σαντορινιός, που ήταν τότε Υφυπουργός Ναυτιλίας, έκανε ό,τι μπορούσε για να σταλούν σκάφη και να τους περισυλλέξουν. Ωστόσο, κανείς εκεί μέσα, στο επιτελείο της επιχείρησης, δεν φαινόταν να έχει ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη εικόνα. Κατάλαβα με φόβο ότι το σύστημα είχε παραλύσει από την αδυναμία να αντιμετωπίσει τη μανία και την ταχύτητα μιας καταστροφής που κανείς δεν είχε φανταστεί και προβλέψει. Ο συντονισμός είχε χαθεί και ο καθένας έκανε ό,τι του επέτρεπαν τα μέσα και οι δυνάμεις του. Δεν υπήρχε ενιαίος έλεγχος, γι’ αυτό δεν υπήρχε και ενιαία εικόνα. Και το πιο ανησυχητικό: δεν υπήρχε βεβαιότητα για τίποτα.
«Η πρώτη διασταυρωμένη πληροφορία για νεκρούς»
Λίγο αργότερα, έφτασε η πρώτη διασταυρωμένη πληροφορία για τους νεκρούς. Τα αισθήματα συντριβής στο άκουσμα της τρομερής είδησης δεν μπορούσαν να ακυρώσουν όσα έπρεπε να γίνουν, με όποια ψυχραιμία μπορούσε να επιστρατεύσει κανείς εκείνες τις ώρες. Έδωσα αμέσως εντολή στον Τζανακόπουλο να το ανακοινώσει, πράγμα που έκανε γύρω στις 2.30 το πρωί. Η χώρα έπρεπε να ενημερωθεί. Και όσο περνούσε η ώρα, η έκταση της τραγωδίας μεγάλωνε. Γινόταν ασήκωτη. Οι νεκροί ήταν πολλοί, πόσοι ακριβώς δεν μπορούσε ακόμη να πει κανείς.
Έφυγα από το Κέντρο Επιχειρήσεων τα χαράματα. Καταρρακωμένος, σχεδόν χωρίς ανάσα, για τις τραγικές απώλειες. Γύρω στις 6.30 το πρωί, χωρίς να έχω κοιμηθεί ούτε λεπτό, ενημερώθηκα για τους ανθρώπους που απανθρακώθηκαν αποκλεισμένοι σε ένα οικόπεδο. Η καταστροφή εξελισσόταν σε ανείπωτη τραγωδία.
Σ’ ένα αυτοσχέδιο Κέντρο Επιχειρήσεων που είχε οργανωθεί στο πεδίο, μέσα σε ένα όχημα της Πυροσβεστικής, ενημερώθηκα γύρω στις 9.00 το πρωί από τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής. Συνομίλησα μαζί τους και από εκεί πήγα στο Μέγαρο Μαξίμου. Ήταν απαραίτητο να απευθυνθώ στον ελληνικό λαό.
Εκείνη την ώρα, η απόλυτη προτεραιότητά μας ήταν να γράψουμε το μέγεθος της καταστροφής. Να αναγνωρίσουμε την αλήθεια της τραγωδίας, αλλά να μην αφεθούμε στο πένθος, γιατί η μάχη δεν είχε τελειώσει. Είχαμε ακόμη φωτιές να σβήσουμε, είχαμε πολίτες να απεγκλωβίσουμε και τραυματίες να περιθάλψουμε. Η ώρα της κρίσης και του καταλογισμού των ευθυνών θα ερχόταν μόλις τελείωνε η μάχη. Αυτή ήταν η ουσία του μηνύματός μου.
«Πραγματικές ή υποθετικές ενοχές με πολιορκούσαν»
Και ξεκίνησε ένα σκοτεινό διήμερο. Όχι απλώς βαρύ. Ασφυκτικό. Μια σκιά είχε πέσει πάνω μας. Ήμουν σε πένθος για τους ανθρώπους που χάθηκαν, αλλά αισθανόμουν και υπεύθυνος για την αδυναμία μας να ανταποκριθούμε, να προστατεύσουμε, να προλάβουμε. Αν είχαμε κάνει αυτό, αν είχαμε προβλέψει εκείνο… Πραγματικές ή υποθετικές ενοχές με πολιορκούσαν. Δεν ήμουν εγώ δημιουργός αυτού του κράτους, που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τους πολίτες του, αλλά εγώ ήμουν επικεφαλής του όταν έγινε η καταστροφή. Εμένα βάραινε πρωτίστως η ευθύνη. Και τα ίδια αισθήματα βίωναν όλοι οι συνεργάτες μου. Φαινόταν ξεκάθαρα στο βλέμμα τους.
Εν μέσω αυτής της ασφυξίας, ξεκίνησε και ένας ανεύθυνος πόλεμος ευθυνών από όσους είχαν την επιχειρησιακή ευθύνη. Ζήτησα να οργανωθεί μια συνέντευξη Τύπου για να ενημερωθεί ο ελληνικός λαός κι αυτή εξελίχθηκε σε επίδειξη ανευθυνότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Κωνσταντίνος Τσουβάλας, που αργότερα επί Μητσοτάκη αναβαθμίστηκε σε Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, δήλωσε πως ήταν περήφανος για τον τρόπο που
χειρίστηκε η Αστυνομία την κατάσταση. Ήταν μια εικόνα αποκαρδιωτική. Λες και οι αρμόδιοι για την προστασία των ανθρώπων ήθελαν να αποδείξουν ότι αυτό που πρώτα τους ενδιαφέρει ήταν η δική τους προστασία.
Και καθώς στο γραφείο μου στο Μαξίμου παρακολουθούσαμε τη συνέντευξη με τα νεύρα τεντωμένα, ο υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού, ο Νίκος Ανδριόπουλος, σωριάστηκε μπροστά στα μάτια μας. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν ότι είχε πάθει ανακοπή. Και τον επανέφεραν μια ανάσα πριν από τον θάνατο. Ήταν σαν να έσκασε μέσα μας όλη η πίεση, όλο το άγχος, όλο το πένθος. Ένιωσα να διαλύομαι.
Όφειλα όμως να μαζέψω τα κομμάτια μου. Η κοινωνία, η χώρα, είχε ανάγκη από κάποια σιγουριά. Και εκείνη η τραγική συνέντευξη ενίσχυσε την απόφαση που είχα πάρει εξαρχής και επιτάχυνε την εφαρμογή της. Όφειλα να μιλήσω αμέσως δημόσια για όσα τραγικά είχαν συμβεί. Να αναλάβω τις ευθύνες της Κυβέρνησής μου. Κυρίως τις δικές μου ως Πρωθυπουργού. Έτσι συγκάλεσα εκτάκτως Υπουργικό Συμβούλιο για την επόμενη μέρα. Εκεί, μπροστά στους αιφνιδιασμένους Υπουργούς μου και σε απευθείας μετάδοση, τοποθετήθηκα με όσο πιο ευθύ και ειλικρινή τρόπο μπορούσα:
Ζήτησα σήμερα να συνεδριάσει εκτάκτως το Υπουργικό Συμβούλιο σε μια δύσκολη στιγμή, ίσως την πιο βαριά της κυβερνητικής μας θητείας. Δεν σας κρύβω ότι με διακατέχουν ανάμικτα συναισθήματα τούτη την ώρα. Όπως φαντάζομαι και όλους σας. Πόνος, συντριβή, για τις ανθρώπινες ζωές που χάθηκαν απροσδόκητα και άδικα. Αλλά και αγωνία.
Αγωνία αν πράξαμε σωστά. Αν πράξαμε όσα έπρεπε να πράξουμε. Αν αντιδράσαμε σωστά τις κρίσιμες ώρες. Αν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι παραπάνω. Αν μπορούσαμε να σώσουμε έστω και μία ψυχή παραπάνω από όσες έφυγαν άδικα. Όπως, επίσης, δεν θέλω να κρύψω ότι δεν αποφεύγω και τη σκέψη ή τον φόβο, μήπως από κάποιο ένστικτο αυτοσυντήρησης, διαπράττουμε κι εμείς το ίδιο λάθος, που πολλές φορές έχουμε δει να διαπράττουν άλλοι στο παρελθόν. Να υπερβάλλουμε σε δικαιολογίες για να μειώσουμε τις ευθύνες. Γι’ αυτό θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής.
Δεν πρόκειται, σε ό,τι με αφορά, να ακολουθήσω την αλυσίδα των χαρακτηρισμών, των εύκολων καταδικαστικών αποφάσεων, της χωρίς όρια και χωρίς τον αυτονόητο σεβασμό στους νεκρούς πολεμικής, που κινείται ολοφάνερα από την προσπάθεια εκμετάλλευσης της οδύνης και της συντριβής απέναντι στην τραγωδία. Και δεν οδηγεί παρά μόνο στη συσκότιση της αλήθειας, στο όνομα μιας μακάβριας κομματικής σκοπιμότητας. Λέω αποφασιστικά «όχι» σε μια τέτοια τακτική και σας καλώ να πείτε και εσείς «όχι». Γιατί οι νεκροί δεν μπορούν να μιλήσουν,
αλλά το λιγότερο που οφείλουμε στη μνήμη τους είναι σεβασμός. Τουλάχιστον ως προς την αλήθεια.
Σας κάλεσα, λοιπόν, σήμερα, πρώτα από όλα, γιατί θέλω να αναλάβω ακέραια, ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και ενώπιον του ελληνικού λαού, την πολιτική ευθύνη για την τραγωδία χώρας. Εμείς δεν θα επιχειρήσουμε ποτέ να αποδράσουμε από τις ευθύνες μας. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο για τον Πρωθυπουργό της . Όπως δεν το κάναμε όταν αναλάβαμε τη χώρα χρεοκοπημένη και φορτωθήκαμε, εθελοντικά, τα λάθη και τις παραλείψεις δεκαετιών. Όπως δεν το κάναμε, όταν αντιμετωπίσαμε το φάσμα μιας τεράστιας οικονομικής, εθνικής και ανθρωπιστικής – θα έλεγα – καταστροφής, για την οποία άλλοι ήταν υπεύθυνοι. Έτσι δεν θα το κάνουμε και τώρα.
Δεσμεύτηκα προσωπικά ότι δεν θα μέναμε μόνο στα μέτρα ανακούφισης των θυμάτων της τραγωδίας, αλλά με ταχύτητα και αποφασιστικότητα θα προχωρούσαμε στην κατάρτιση ενός εθνικού σχεδίου, που θα αντιμετώπιζε, επιτέλους, τις οικιστικές στρεβλώσεις δεκαετιών στη χώρα μας, με τη συμμετοχή επιστημονικών φορέων, πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και άλλων ειδικών.
Στην προσπάθεια αυτή κάλεσα να συμμετέχουν οι πάντες, και τα κόμματα της Αντιπολίτευσης. Γιατί δεν μπορούσαμε και δεν επρόκειτο να περιμένουμε άβουλοι, με σταυρωμένα τα χέρια, μέτρα-ασπιρίνες και μεγάλα λόγια, την επόμενη τραγωδία. Κι επιπλέον, ξεκαθάρισα πως δεν επρόκειτο να κρυφτώ πίσω από θεωρίες συνωμοσίας και εύκολες απαντήσεις.
«Δεν είχα σκοπό να αποδράσω από τις ευθύνες μου»
Σκοπός μου δεν είναι, ακόμα και σήμερα, να υποβιβάσω μια ανθρώπινη τραγωδία σε αντικείμενο προσωπικής ή κομματικής διαμάχης. Να σχολιάσω τη διεστραμμένη προπαγάνδα ότι έκρυβα τους νεκρούς, λες και οι νεκροί είναι μολυβένια στρατιωτάκια. Δεν μπορώ όμως να μη σημειώσω την απόσταση που χωρίζει τη δική μου στάση εκείνες τις δύσκολες ώρες από τη στάση του Κυριάκου Μητσοτάκη στα Τέμπη. Κανέναν σταθμάρχη δεν υπέδειξα ως υπεύθυνο. Αντίθετα, υπερασπίστηκα τους πυροσβέστες, τους λιμενικούς, τους αστυνομικούς, τους ανθρώπους της πρώτης γραμμής. Εκεί ήμουν και δεν είχα σκοπό να αποδράσω από τις ευθύνες μου.
Αν θέλουμε πάντως να εξαγάγουμε ένα χρήσιμο συμπέρασμα από την εθνική τραγωδία στο Μάτι, αυτό είναι ότι ο κρατικός μηχανισμός αποδείχθηκε τραγικά ανεπαρκής και ευάλωτος. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης κλίμακας φυσικής καταστροφής δεν στάθηκε στο ύψος των αναγκών. Δεν υπήρχε ένα σύγχρονο, λειτουργικό σχέδιο διαχείρισης κρίσεων που να ανταποκρίνεται στις νέες διαστάσεις που προσλαμβάνουν οι θεομηνίες και οι πυρκαγιές, εξαιτίας της επιδεινούμενης κλιματικής κρίσης. Και δεν είχαμε προλάβει να λειτουργήσουμε το «112», για το οποίο είχαμε προκηρύξει διαγωνισμό, αλλά ακόμη δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία. Όταν το 2019 φύγαμε από την Κυβέρνηση, το «112» υπήρχε. Το παραδώσαμε στους επόμενους. Αλλά ήταν πολύ αργά για τους 104 συνανθρώπους μας στο Μάτι».
Επιζήσασα από το Μάτι για βιβλίο Τσίπρα: «Το Μάτι δεν είναι Άρλεκιν αλλά Αλήθεια και ο Αλέξης δεν την ακουμπάει καν»
Επιζήσασα από την τραγωδία στο Μάτι, η Κατερίνα Μαλά, με μια μακροσκελή της ανάρτηση στο Facebook υποστηρίζει ότι ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας χρησιμοποιεί ένα μυθιστορηματικό τόνο χωρίς να αγγίζει την πραγματική ουσία της τραγωδίας.
«Ο κύριος Τσίπρας νομίζει πως στο Μάτι μπορεί να αναφέρεται με ύφος μυθιστοριογράφου βιβλίων τύπου Άρλεκιν αλλά με δραματικό τέλος. Το Μάτι όμως δεν είναι μυθιστόρημα. Το Μάτι είναι ιστορία. Το Μάτι είναι στοιχεία. Το Μάτι είναι αποδείξεις. Το Μάτι είναι Αλήθεια. Το Μάτι είναι, αγώνας επιβίωσης, επιχειρησιακή ανευθυνότητα, συγκάλυψη και θάνατος», γράφει στην ανάρτησή της και συνεχίζει: «Αυτή την Αλήθεια, ο Αλέξης δεν την ακουμπάει. Την αφήνει έξω από τις λιγοστές σελίδες που επέλεξε να αφιερώσει στην Ιθάκη του στο πιο πολύνεκρο έγκλημα της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας». Η Κατερίνα Μαλά εξαπολύει δριμεία κριτική στον Αλέξη Τσίπρα για την έλλειψη αυτοκριτικής, ιδίως σε ό,τι αφορά τους χειρισμούς συγκεκριμένων προσώπων που διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην καταστροφή, καθώς και για την παραποίηση στοιχείων και την επίδειξη ανευθυνότητας που, όπως επισημαίνει, αποσιωπήθηκαν. Αναφέρει χαρακτηριστικά πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν απάντησε σε βασικά ερωτήματα γύρω από τις ευθύνες και το επιχειρησιακό φιάσκο.
Αναλυτικά η ανάρτησή της
«Ο κύριος Τσίπρας νομίζει πως στο Μάτι μπορεί να αναφέρεται με ύφος μυθιστοριογράφου βιβλίων τύπου Άρλεκιν αλλά με δραματικό τέλος. Το Μάτι όμως δεν είναι μυθιστόρημα. Το Μάτι είναι ιστορία. Το Μάτι είναι στοιχεία. Το Μάτι είναι αποδείξεις. Το Μάτι είναι Αλήθεια. Το Μάτι είναι, αγώνας επιβίωσης, επιχειρησιακή ανευθυνότητα, συγκάλυψη και Θάνατος. Δεν δέχεται τίποτα λιγότερο. Αυτή την Αλήθεια, ο Αλέξης δεν την ακουμπάει. Την αφήνει έξω από τις λιγοστές σελίδες που επέλεξε να αφιερώσει στην Ιθάκη του στο πιο πολύνεκρο έγκλημα της σύγχρονης Ελληνικής ιστορίας.
Σκηνοθετεί και περιπλέκει ένα σενάριο με τρόπο που να φαίνεται αληθοφανές, χωρίς να λέει απολύτως τίποτα για τα πραγματικά γεγονότα. Η Αλήθεια όμως έχει πια την δική της δυναμική. Δεν κρύβεται πίσω από τους δραματικούς συγγραφικούς τόνους. Η Αλήθεια έχει την δική της αφετηρία και δεν είναι στο ίδιο σημείο που ήταν το 2018.Οχτώ χρόνια μετά και ύστερα από δύο δικαστικές διαδικασίες η αξιοπρέπεια του τόπου μας έχει ανακτηθεί, η αλήθεια έχει αποκατασταθεί, οι ένοχοι έχουν καταδικαστεί, όσοι κρύφτηκαν έχουν αποκαλυφθεί και απαντάμε σε όλα. Στις 6:00 το πρωί της 23ης Ιουλίου του 2018 δεν υπήρχε ο “μανιασμένος δυτικός άνεμος” ο οποίος περιγράφεται γλαφυρά στο βιβλίο.
Βεβαίως και υπήρχε πρόβλεψη για ισχυρούς δυτικούς ανέμους από την προηγούμενη μέρα, αλλά αυτοί εκδηλώθηκαν πολλές ώρες αργότερα. Η περιγραφή από τον συγγραφέα, της περίφημης εκείνης ενημέρωσης στο Συντονιστικό Κέντρο, ώρες μετά τον όλεθρο, όσο και να προσπαθεί, δεν μπορεί να μην αποκαλύπτει το μέγεθος της συγκάλυψης που ξεκινούσε.
Ο ίδιος παρουσιάζει τον εαυτό του ανίκανο να εισπράξει την αλήθεια του μεγέθους της καταστροφής, τόσο από τους επιχειρησιακούς, όσο και από τους υπουργούς του. Κάνει προσπάθεια να πείσει τους αναγνώστες πως κανείς δεν είχε σαφή εικόνα. Αυτό είναι απολύτως ψευδές! Εκείνη την ώρα είχαν ολοκάθαρη ενημέρωση για μεγάλο αριθμό νεκρών και εγκαυματιών.
Η περιγραφή της επιχειρησιακής διαχείρισης που επιχειρεί να κάνει, αλλά και οι ερμηνείες – δικαιολογίες που δίνει, είναι πέρα από τα όρια ανοχής και αντοχής των ανθρώπων που βίωσαν τις συνέπειες αυτής της διαχείρισης. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, της ΜΗ διαχείρισης. Στην συνέχεια αναφέρει πως “ξεκίνησε ένας ανεύθυνος πόλεμος ευθυνών από εκείνους που είχαν την επιχειρησιακή ευθύνη”… Ζήτησε λοιπόν να οργανωθεί, όπως αναφέρει, μια συνέντευξη τύπου για να αναλάβει ο καθένας το μερίδιο της ευθύνης του , η οποία λέει, από ενημέρωση, κατέληξε σε επίδειξη ανευθυνότητας.
Σε αυτό το σημείο λοιπόν, το μόνο παράδειγμα που επιλέγει να καταγράψει στο βιβλίο, δεν είναι άλλο από του τότε Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος επί Μητσοτάκη ( έτσι ακριβώς το γράφει) αναβαθμίστηκε σε Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Ρε Αλέξη! Ρε Αλέξη! Δεν έχεις να πεις τίποτα για τον Τόσκα που έψαχνε για λάθη και δεν έβρισκε; Δεν έχεις να πεις τίποτα για τον τότε Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος;
Δεν έχεις να πεις τίποτα για τον τότε Υπαρχηγό Επιχειρήσεων που λίγες μέρες μετά τον έκανες Αρχηγό και αυτός με την σειρά του, λέγοντας πως ενεργεί με εντολή της Υπουργού, απείλησε τον δικαστικό πραγματογνώμονα να γράψει μία έκθεση ακριβώς πάνω στην προπαγάνδα, περί άναρχης δόμησης, δυνατού ανέμου και πεύκων; Δεν έχεις να πεις τίποτα για τον Διοικητή του Συντονιστικού Κέντρου που κατηγορήθηκε για παραποίηση στοιχείων; Δεν έχεις να πεις τίποτα για κανέναν άλλον; Μόνο τον Τσουβάλα θυμήθηκες; Που πολύ καλά έκανες και τον αναφέρεις, αλλά γιατί μόνο αυτόν βρε Αλέξη; Πού είναι η αυτοκριτική για τις δικές σου ενέργειες Αλέξη;
Περιμέναμε με αγωνία, αν αυτό το βιβλίο απαντήσει στο ερώτημα, γιατί ο Υπαρχηγός Επιχειρήσεων, έγινε μετά από λίγες μέρες Αρχηγός! Γιατί επιβραβεύτηκε για τις “υπηρεσίες” που προσέφερε; Πώς επιλέχτηκε για επόμενος Αρχηγός ένας από τους πρωταγωνιστές και με βεβαιότητα ελεγχόμενος, λόγω θέσης, για το τραγικό και πολύνεκρο έγκλημα;
Και τελικά αντί για απάντηση, η μη αναφορά αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα που μπορεί να σκεφτεί κανείς, ειδικά αν έχει ακούσει τις ανεκδιήγητες απειλές και τις περιγραφές για το πώς στήνεται ή στηνόταν η διαδοχή Αρχηγού στο Πυροσβεστικό Σώμα. Φαίνεται πως ο κύριος Τσίπρας δεν θα μας δώσει ποτέ απαντήσεις για το τι πραγματικά συνέβη τις μέρες μετά την καταστροφή.
Όλα αυτά τα συγκινητικά που αναφέρει, δεν αγγίζουν τους ανθρώπους που πέρασαν μέσα από τις φλόγες και που κλήθηκαν να παίξουν σε μία ζαριά την ζωή τους και την ζωή των παιδιών τους. Απαντήσεις περιμέναμε για τον κύριο Τόσκα και τις επιχειρησιακές του παρεμβάσεις, την κυρία Γεροβασίλη και την εμπλοκή της ή μη, στην προσπάθεια συγκάλυψης, τις μηνύσεις κατά Υπουργών που έμειναν στο συρτάρι.Για αυτά όμως φαίνεται πως δεν έχει περάσει η επίδραση των λωτών ακόμα.
Και εδώ φτάνουμε, νομίζω, στο αποκορύφωμα του λαϊκισμού, καθώς διαβάζουμε πως ο ίδιος ο πρώην Πρωθυπουργός δεν υπέδειξε, λέει, κανέναν “σταθμάρχη” ως υπεύθυνο, όπως έκανε ο Μητσοτάκης στα Τέμπη! Μα βρε Αλέξη, εσύ τον “σταθμάρχη” τον έκανες Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος!!! Επί των ημερών του, απειλήθηκε ο πραγματογνώμονας, παραποιήθηκαν τα στοιχεία που παραδόθηκαν στην Δικαιοσύνη και εξαφανίστηκαν τα καταγραφικά.
Τι μας λες τώρα; Πιστεύεις αλήθεια, πως μπορείς μέσα σε οκτώ μόλις, “δακρύβρεχτες” σελίδες και με μία επίκληση στο συναίσθημα, επιπέδου έκθεσης πανελλαδικών, να μας πείσεις για την ανωτερότητα των χειρισμών σου; Και για το 112;Αλήθεια, δεν προλάβατε να το λειτουργήσετε; Δηλαδή πόσα χρόνια ακόμα χρειαζόσασταν; Και, γιατί δεν μας λες ποιος ευθύνεται που δεν υπήρχε, όπως αναφέρεται στο βιβλίο “ένα σύγχρονο, λειτουργικό σχέδιο διαχείρισης κρίσεων”; Ποιανού ευθύνη ήταν;”
Δεν ήμουν εγώ ο δημιουργός αυτού του Κράτους που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τους πολίτες του, αλλά ήμουν ο επικεφαλής του όταν έγινε η καταστροφή.” Αυτό γράφεις. Άρα; Ποιανού ευθύνη ήταν; Ποιανού ευθύνη ήταν, αν όχι το επιχειρησιακό φιάσκο, τουλάχιστον η προστασία της Αλήθειας;
Ούτε σε αυτό μας απάντησες Αλέξη. Φαίνεται πως τα χρόνια μακρυά από την πρωθυπουργική Ιθάκη να μην ήταν αρκετά για να ολοκληρωθεί η διαδικασία της αυτοκριτικής σου…Να θυμάσαι πάντως πως τον πραγματικό Οδυσσέα, οι θεοί τον τιμώρησαν για την αλαζονεία και την μεγαλομανία του».
Ποια είναι η Κατερίνα Μαλά
Η Κατερίνα Μαλά το μεσημέρι της μοιραίας εκείνης Δευτέρας, 23 Ιουλίου 2018 βρισκόταν στο φροντιστήριο μέσης εκπαίδευσης που διατηρεί ο σύζυγός της στην περιοχή της Ραφήνας και αποφάσισε να μεταβεί στο εξοχικό της οικογένειας στο Μάτι, για να μαγειρέψει στα δύο της παιδιά. Όταν συνειδητοποίησε ότι η φωτιά στο Μάτι ήταν σοβαρή και θα τους έκαιγε ζωντανούς ζήτησε από τα παιδιά της να φτιάξουν αντιπυρική ζώνη στο διπλανό οικόπεδο και πήγε να φέρει τον σύζυγό της από την Ραφήνα. Εκείνη ήταν που έστειλε τους δικούς της στην σωτηρία αλλά και τουλάχιστον άλλα 50 αυτοκίνητα. Η δίκη η οποία κράτησε πάνω από 1,5 χρόνο άφησε σε όλους τους συγγενείς των θυμάτων και τους επιζώντες μια πικρή γεύση.
Όλες οι αποκαλύψεις του Ελεύθερου Τύπου για την εθνική τραγωδία στο Μάτι

Τα κυβερνητικά ψέματα κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα από τις πρώτες κιόλας μέρες. Οσα επικοινωνιακά σόου και αν στήθηκαν με επικεφαλής τον ίδιο τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς του, δεν μπόρεσαν να κρύψουν την ωμή αλήθεια, όπως αποτυπώθηκε σε δεκάδες διαβιβάσεις πυροσβεστών και έγγραφα των Σωμάτων Ασφαλείας που αποκάλυψε ο «Ε.Τ.» σε πολλά φύλλα του.
Ολοι ήξεραν εγκαίρως για το χάος και την εκατόμβη νεκρών, όταν την 23η Ιουλίου συντελούνταν μία από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες. Κρατικός μηχανισμός απών, αυτοδιαχείριση μεταξύ των επιχειρησιακών και πολιτική ηγεσία ανύπαρκτη ενώ όλοι και όλα είχαν κατακαεί. Αυτό που ωστόσο παραμένει μέχρι και σήμερα είναι η ύβρις κατά των νεκρών.
Ηξεραν για τους νεκρούς ΑΛΛΑ ΤΟ… ΑΠΕΚΡΥΨΑΝ
Ηξεραν για τους νεκρούς πριν από τη σύσκεψη για την ενημέρωση του πρωθυπουργού. Στα συνεχόμενα ρεπορτάζ του «Ε.Τ.» αποτυπώθηκαν τα ντοκουμέντα και τα αποκλειστικά αδιάψευστα στοιχεία των διαβιβάσεων. Παναγιώτης Κουρουμπλής, Νίκος Τόσκας, Παύλος Πολάκης, Δημήτρης Τζανακόπουλος επέμεναν και επιμένουν ότι ο πρωθυπουργός δεν γνώριζε. Ηταν οι ίδιοι που έλεγαν ότι ο κόσμος απομακρύνεται και στέλνουν πρόσθετες δυνάμεις κατασβέσεως, ενώ ήδη τους είχαν διαβιβάσει πληροφορίες για δεκάδες νεκρούς και η φωτιά είχε σβηστεί. Το ψέμα και η υποκρισία συνεχίζονται μέχρι και σήμερα…
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗ
Ο υποστράτηγος του Πυροσβεστικού Σώματος Ιωάννης Ράμφος στις 20.00 της «Μαύρης Δευτέρας» ενημερώνει: «…προχωράει προς εμένα ένας άνθρωπος καμένος, ο οποίος κατέρρευσε μπροστά στο βενζινάδικο». Στις 23.00 ο ίδιος αξιωματικός αναφέρει: «Στα στενά είδα περίπου 7-8 νεκρούς. Ολα τα άτομα που είδα ήταν έξω από τα αυτοκίνητα, πλησίον οχημάτων, μεταξύ τους και παιδιά». Στις 23.15, ένα τέταρτο δηλαδή πριν ο Αλέξης Τσίπρας εμφανιστεί μαζί με υπουργούς και υπηρεσιακούς παράγοντες στο Κέντρο Επιχειρήσεων του Πυροσβεστικού Σώματος, ο κ. Ράμφος διαβιβάζει: «…αναφέρω ότι έχει τελειώσει το φαινόμενο και απλά μαζεύουμε νεκρούς»…
Από τη δικογραφία που αποκάλυψε ο «Ε.Τ.» υπάρχουν οι συγκεκριμένες διαβιβάσεις:
19.51.04 (η πρώτη διαβίβαση για νεκρό)
Ανδρας 1: Μη μιλάτε λίγο…
Ανδρας 2: Λεωφόρος Δημοκρατίας 107.
Ανδρας 1: Στο Κόκκινο Λιμανάκι δίπλα, υπάρχει νεκρό άτομο μέσης ηλικίας στην άκρη του δρόμου.
Ανδρας 2: Τι υπάρχει;
Ανδρας 1: Νεκρό άτομο μέσης ηλικίας στην άκρη του δρόμου.
Ανδρας 2: Ο … σ’ το είπε;
Ανδρας 1: Ναι, ναι με τον ίδιο μίλησα. Ζητάει επειγόντως ασθενοφόρο και οχήματα.
ΛΙΜΕΝΙΚΟ
Από τις 19.08, ο υπουργός Ναυτιλίας και Ναυτιλιακής Πολιτικής Παναγιώτης Κουρουμπλής είχε «ασφαλή πληροφορία» για την ανάσυρση σορών θυμάτων της φονικής πυρκαγιάς από τα πληρώματα… 11 σκαφών του Λιμενικού Σώματος που είχαν προσεγγίσει το λιμάνι της Ραφήνας. Σύμφωνα με το σήμα-ντοκουμέντο, που δημοσιοποίησε ο «Ελεύθερος Τύπος», σχεδόν 8 μέρες μετά τη φονική φωτιά, τη συγκεκριμένη ώρα «πραγματοποιήθηκαν συνεχείς ροές διασωθέντων στον λιμένα Ραφήνας καθώς και σορών ατόμων από την περιοχή έξωθεν λιμένα Ραφήνας έως και Ν.Ο. Μάτι Αττικής καθώς και της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής από τα κάτωθι σκάφη…». Από το ίδιο «ημερολόγιο» αποκαλύπτεται ότι στις 22.30 είδαν ή άκουσαν για τις σορούς ο υφυπουργός Ναυτιλίας Νεκτάριος Σαντορινιός, ο γενικός γραμματέας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής Χρήστος Λαμπρίδης, ο αρχηγός του Λιμενικού Σώματος Σταμάτης Ράπτης και ο Β’ υπαρχηγός Αθανάσιος Ντούνης. Στο σήμα-ημερολόγιο του Λιμεναρχείου Ραφήνας αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Περί 22.30, προσέλευση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας».
ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ
«Περί 21.15-21.30, κινούμενος μαζί με τον συνάδελφό μου και μία ακόμη ομάδα ΔΙ.ΑΣ. επί της οδού Δημοκρατίας 107 στο Κόκκινο Λιμανάκι, είδαμε την πρώτη σορό ανθρώπου. Με κινητό τηλέφωνο καλέσαμε το ΕΚΑΒ και στη συνέχεια την υπηρεσία μας». Αυτή είναι η πρώτη επίσημη αναφορά και όχι… διαβίβαση στελέχους της Ελληνικής Αστυνομίας για τον εντοπισμό νεκρού στο Μάτι. Το ψηφιακό και αναλογικό σύστημα επικοινωνίας είχε… πέσει και όλες οι επικοινωνίες των αστυνομικών γίνονταν με κινητά τηλέφωνα. Πριν από αυτή την επίσημη αναφορά, οι κλήσεις των αστυνομικών προς την υπηρεσία τους, για να αναφέρουν τον εντοπισμό σορών, ξεκινούσαν από τις 20.40… Οι αποκαλυπτικές διαβιβάσεις αφορούσαν και υπουργικές παρεμβάσεις:
19.50.44
Ανδρας: Δεν είναι εντολή υπουργού να ενισχύσουμε.
Γυναίκα: Τον καβαλάρη μού λέει, στείλε μου λέει εναέριο, δεν μπορώ, θα μου φύγει.
Ανδρας: Σου λέω είναι, Μαρία μου, θα τον πάρω να του το πω, ε; Οχι MOTOR OIL, για τον Καβελάρη, ο Κλ… θα του φύγει, δεν μπορεί να την κρατήσει.
Γυναίκα: Σε επαφή στο τηλέφωνο να του το δώσετε.
Ανδρας: Με ακούς;
Γυναίκα: Ναι
Ανδρας: Μαρία, είναι εντολή του υπουργού να…
Γυναίκα: Αμα ξαναπάρει τηλέφωνο, θα του το πω.
ΟΤΑΝ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ… ΜΑΣΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ, Ο «Ε.Τ.» ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΦΕΡΝΕΙ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ
> Η επιτυχημένη άσκηση προσομοίωσης που κάηκε στο Μάτι
Ασκηση που πέτυχε, πραγματικότητα που έκαψε ανθρώπους και περιουσίες. Στην ιδανική… προσομοίωση ο Νέος Βουτζάς και το Μάτι σώθηκαν, στην αμείλικτη πραγματικότητα χάθηκαν από τον χάρτη. Τραγική ειρωνεία, στις 8 Μαΐου 2018, ο Νίκος Τόσκας, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Γιάννης Καπάκης και ο πρώην αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος Σωτήριος Τερζούδης είδαν μία «ιδανική» αντιμετώπιση δασικής πυρκαγιάς στη θέση Πύριζα της Πεντέλης. Σκοπός της άσκησης «Διά πυρός 2018» ήταν να διαπιστωθεί σε ρεαλιστικές συνθήκες η επιχειρησιακή ετοιμότητα του μηχανισμού δασοπυρόσβεσης. Ολα τα παραπάνω απέτυχαν θανατηφόρα κάτω από πραγματικές συνθήκες, τα σχέδια της άσκησης τα πήρε ο άνεμος…
> Ασύρματοι που δεν λειτουργούσαν
Επικίνδυνη «βουβαμάρα» και «κώφωση» των αστυνομικών στο Μάτι τις κρίσιμες ώρες. Στο Αστυνομικό Τμήμα Ραφήνας, ο σταθμός βάσης εκπομπής του νέου ψηφιακού συστήματος ραδιοεπικοινωνίας SEPURA (υπάρχουν άλλοι δύο, σε Νέα Μάκρη και Πεντέλη), για τις επικοινωνίες των αστυνομικών, σταμάτησε να εκπέμπει για… 6,5 ώρες (19.20-02.00), εξαιτίας διακοπής ρεύματος τη «Μαύρη Δευτέρα». Κανείς από την Διεύθυνση Τεχνικής Υποστήριξης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας δεν είχε βάλει ένα… UPS για αδιάλειπτη παροχή ενέργειας. Οι υπηρεσίες της Τροχαίας δεν έχουν ασυρμάτους συμβατούς με το νέο ψηφιακό σύστημα ραδιοεπικοινωνίας, κάτι που θα τους διευκόλυνε να συντονίσουν καλύτερα τη διαδικασία διακοπής της κυκλοφορίας στη Λ. Μαραθώνος, αφού και με τους αναλογικούς ασυρμάτους είχαν διακεκομμένες, κακές λήψεις και διαβιβάσεις.
> Οι παραλείψεις του Λιμενικού και οι 13 που… πνίγηκαν
Από τους 100 και πλέον νεκρούς, όπως αποκάλυψε ο «Ε.Τ.», οι 13 πνίγηκαν! «Το Λιμενικό Σώμα ειδοποιήθηκε να συνδράμει όταν ήδη είχαν εισχωρήσει άνθρωποι στη θάλασσα, περί ώρα 18.50», αναφέρει το πόρισμα, ενώ ήδη η φωτιά είχε κατακάψει τα πάντα και περίπου 1.000 άτομα είχαν εγκλωβιστεί έξω και μέσα στους κόλπους της περιοχής. Με 33 λεπτά της ώρας διαφορά ενημερώθηκαν οι δύο νευραλγικές υπηρεσίες του Λιμενικού! Το Κεντρικό Λιμεναρχείο Ραφήνας δέχτηκε κλήση από ιδιώτη στις 18.50 αλλά ο θάλαμος επιχειρήσεων στο Αρχηγείο του Σώματος δήλωσε πως ενημερώθηκε στις 19.23 (!), όχι από τους συναδέλφους τους στη Ραφήνα ή κάποιο άλλο φορέα, αλλά πάλι από ιδιώτη. Ο εισαγγελέας περιγράφει την τραγική αμέλεια του Λιμεναρχείου να αφήσει δύο πλοία με εκατοντάδες επιβάτες και οχήματα να επιβαρύνουν τον κόμβο «σωτηρίας» των κατοίκων που προσπαθούσαν να ξεφύγουν από το μποτιλιαρισμένο Μάτι, αλλά και να οδηγήσουν πολλούς προς το Μάτι.
> Παραποίησαν στοιχεία
«Το 1230 πυροσβεστικό όχημα, που είχε ορισθεί σε υπηρεσία επιτήρησης έναρξης πυρκαγιάς στο Ντράφι-Νταού Πεντέλης, ήταν στην Κινέττα από τις 14.00 της 23ης Ιουλίου 2018. Το δεύτερο όχημα, που είχε αρμοδιότητα την ίδια περιοχή, βρισκόταν και αυτό στην Κινέττα από τις 14.38». Κι όμως, στα στοιχεία που παρέδωσε το Πυροσβεστικό Σώμα, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ηλία Ζαγοραίο, το «1230 πυροσβεστικό όχημα» πήγε στο Νταού Πεντέλης στις… 16.57! Από καταθέσεις πυροσβεστών προκύπτει ότι του είχε δοθεί εντολή στις 16.45 να κινηθεί στο Νταού Πεντέλης και το πλήρωμα του οχήματος διαβίβασε ότι βρίσκεται στην Κινέττα, κάτι που είχαν «ξεχάσει» οι επικεφαλής αξιωματικοί του Πυροσβεστικού Σώματος, ότι είχαν… διατάξει να μεταβεί προς ενίσχυση.
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΣΟΚ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΖΗΣΑΝΤΕΣ
Πίσω από τα αναρίθμητα λάθη και παραλείψεις, η περιγραφή όσων έζησαν τα γεγονότα σοκάρει. Οπως η συγκλονιστική περιγραφή της κόρης του ιερέα Σπυρίδωνα Παπαποστόλου που έχασε τη ζωή του στη θάλασσα, ανάμεσα σε καύτρες που πετούσαν και αγριεμένα κύματα.
«Σταμάτησε να μιλάει και άρχισε ρόγχο»
«Τα κύματα ερχόντουσαν απ’ όλες τις κατευθύνσεις και η πορεία του καπνού άλλαζε και δεν μπορούσαμε να προσανατολιστούμε. Ο πατέρας μου έκανε έναν λευκό εμετό και έφτυσε νερό και στη συνέχεια έκανε και κίτρινο εμετό. Υστερα από λίγο σήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε “Θεέ μου, συγχώρεσέ με” και ύστερα γύρισε προς τη μητέρα μου και είπε “Σας ευχαριστώ για ό,τι κάνατε για μένα και σε όλους…” και σταμάτησε να μιλάει και άρχισε ρόγχο. Προσπαθούσα να τον σηκώσω όσο γίνεται πιο ψηλά στην επιφάνεια. Υστερα από λίγο μου είπε η μητέρα μου πως χάσαμε τον πατέρα και γύρισα, τον είδα και του έκλεισα τα μάτια».
«Εβρεχα το κεφαλάκι της γιαγιάς»
«Η γιαγιά που -ξέρεις- δεν βουτάει το κεφάλι της μέσα στη θάλασσα, της το έβρεχα εγώ το κεφαλάκι για να μην καεί. (…) Οι καπνοί μάς έπνιγαν. Καιγόταν το πεύκο έξω κι έπεσε μέσα στην παραλία. (…) Οταν μας πήρε η θάλασσα, ήμασταν μαζί με τη γιαγιά πριν να σουρουπώσει. Κάποια στιγμή δεν έβλεπα το κεφαλάκι της γιαγιάς. Εμεινα μόνη μου. Δεν έβλεπα τίποτα. Ακολουθούσα τη μυρωδιά του καπνού. (…) Με βρήκαν και με μάζεψαν σε μια μικρή βάρκα, μετά σε μια μεγάλη. Δεν ξέρω πού είναι η γιαγιά, κάποια στιγμή δεν την έβλεπα πια», θυμάται η 13χρονη Ειρήνη Τσούτσουρα, εγγονή της Βασιλικής Παλιούρα που χάθηκε στη θάλασσα.
«…να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ»
Η Αθηνά Μουτάφη έχασε τον γιο της και μια φίλη της, ενώ για περίπου 5 ώρες κολυμπούσαν για να σωθούν. «Μετά από δύο ώρες (σ.σ.: στη θάλασσα), η φίλη μου μου είπε: “…να πεις στα παιδιά μου ότι τα αγαπώ” και αφού με απομάκρυνε, κατέληξε. Οι συνθήκες στη θάλασσα καθ’ όλη τη διάρκεια ήταν δυσμενείς, με έντονο κυματισμό και ρεύματα. Μετά από περίπου μία ώρα από τον θάνατο της φίλης μου, ο γιος μου άρχισε να παραπονιέται για έντονη δυσφορία, κράμπες και ότι δεν έβλεπε, ενώ κάποιες στιγμές μού έλεγε: “Δεν θα αντέξω μαμά”, ενώ λίγο αργότερα κατέληξε στα χέρια μου», περιέγραψε.
«Εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε
Η μάρτυρας τέλος, υποστηρίξει ότι «περίπου στις 18.15 που φύγαμε από το σπίτι, η φίλη μου επικοινώνησε με τον Δήμο Ραφήνας όπου κάποιος που σήκωσε το τηλέφωνο, πιθανόν υπάλληλος, της είπε: “Δεν γνωρίζουμε κάτι, εμείς μαζεύουμε και εγκαταλείπουμε”».

