Στο δια ταύτα της πρότασης της, η εισαγγελέας κατέληξε πως «δεν προκύπτει κάποια καθοδήγηση από τον Κασιδιάρη αφού πολλές φορές οι βουλευτές ψήφισαν ό,τι και οι βουλευτές της συμπολίτευσης. Δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστικός λόγος και κίνητρο πίσω απ’ όλο αυτό, όπως παρουσιάζεται από το κατηγορητήριο», σημείωσε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε πως «δεν έχει αποδειχθεί ότι λάμβαναν οδηγίες από τον Ηλία Κασιδιάρη και η δήλωση Κασιδιάρη περί δικαίωσης του από την εκλογή των Σπαρτιατών, δεν είναι ικανό στοιχείο για να στηρίξει την κατηγορία αυτή».
Όπως περιέγραψε η εισαγγελέας, «το κόμμα των Σπαρτιατών δέχτηκε την συμπαράσταση Κασιδιάρη μέσα από αναρτήσεις και δηλώσεις του. Και κάποιοι από το κόμμα τον στήριξαν στις εκλογές για τη δημαρχεία της Αθήνας. Ως αποτέλεσμα της στήριξης από τον Ηλία Κασιδιάρη, τον οποίο έβλεπε με συμπάθεια ένα μέρος των ψηφοφόρων, το κόμμα κατέγραψε αναπάντεχο ποσοστό. Η κατηγορία στηρίζεται κυρίως στο ότι για ένα χρονικό διάστημα είχαν γίνει αρκετές επισκέψεις από τους κατηγορούμενους στις φυλακές Δομοκού. Μέρος των επισκέψεων αφορά το χρονικό διάστημα από την προκηρύξουν των συνδυασμών κι έπειτα, αλλά υπήρχαν συναντήσεις και πριν την ανακήρυξη των συνδυασμών».
Η εισαγγελέας αναφέρθηκε στο γεγονός ότι στη συνέχεια ο Βασίλης Στίγκας ανασκεύασε τις δηλώσεις του για την εμπλοκή του Ηλία Κασιδιάρη επικαλούμενος «αγανάκτηση και ταραχή που είχε προκληθεί από τη συμπεριφορά των βουλευτών απέναντί του». «Μίλησε για παρεξήγηση ως προϊόν έντασης της στιγμής και πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα» τόνισε η εισαγγελέας στην αγόρευση της.
Τον τελευταίο λόγο για την ενοχή ή όχι των κατηγορούμενων έχει το δικαστήριο το οποίο θα εκδώσει την απόφαση του.