Επισημαίνεται, με απλά λόγια, ότι μέσα στην κρίση, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει ακόμα περισσότερα χρήματα για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε τον αναβαλλόμενο φόρο ως κεφάλαιο. Χωρίς τη ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και άρα η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου κατά την περίοδο της κρίσης θα ήταν πολύ υψηλότερη, με αρνητικές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση.
Τι λέει η Τράπεζα της Ελλάδος:
Με αφορμή τοποθετήσεις στο δημόσιο διάλογο αναφορικά με το θέμα του αναβαλλόμενου φόρου των ελληνικών τραπεζών, η Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της ως εποπτική αρχή και με γνώμονα τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, θα ήθελε να διευκρινίσει τα ακόλουθα:
1. Οι τράπεζες σήμερα δεν έχουν φορολογητέα κέρδη επειδή τα κέρδη τους συμψηφίζονται με τις ζημίες της οικονομικής κρίσης. Με βάση το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, η ελληνική νομοθεσία προέβλεψε (το 2014 και στη συνέχεια το 2017) ότι ο αναβαλλόμενος φόρος μπορεί να αποτελεί μέρος των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων, μέσω της παροχής εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου έναντι προμήθειας προς αυτό.
2. Το ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται εποπτικά προέκυψε από τις μεγάλες ζημίες που υπέστησαν οι τράπεζες κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI), και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τις ζημιές αυτές μπορούν, με βάση την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία να εκπίπτουν από τα μελλοντικά τους κέρδη σε βάθος χρόνου. Το συγκεκριμένο ποσό του αναβαλλόμενου φόρου που αναγνωρίζεται ως εποπτικό κεφάλαιο αποσβένεται σταδιακά κάθε έτος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ελληνικής νομοθεσίας.
3. Χωρίς τη ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις και άρα η επιβάρυνση του Έλληνα φορολογούμενου κατά την περίοδο της κρίσης θα ήταν πολύ υψηλότερη, με αρνητικές συνέπειες για τη δημοσιονομική σταθερότητα, τη βιωσιμότητα του χρέους και τη δυνατότητα εξόδου της χώρας από την κρίση. Με απλά λόγια, αντί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει εκ νέου επιπλέον κεφάλαια για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, εισήγαγε την ρύθμιση αναγνώρισης του αναβαλλόμενου φόρου ως κεφάλαιο.
4. Με στόχο την ταχύτερη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών τους κεφαλαίων, από το 2025 οι 4 σημαντικές τράπεζες, εφαρμόζουν, για εποπτικούς σκοπούς, επιταχυνόμενη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου. Ειδικότερα, διενεργούν πρόσθετη εποπτική προσαρμογή, μειώνοντας τα εποπτικά τους κεφάλαια, κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης διανομής μερίσματος στους μετόχους.
5. Προσφάτως, διατυπώθηκε η πρόταση για περαιτέρω επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου, ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να καταβάλλουν φόρο συντομότερα. Αναφέρθηκε, ότι από το 2028, οι τράπεζες θα πρέπει να μην δύναται να συμψηφίζουν τα φορολογητέα κέρδη τους με τον αναβαλλόμενο φόρο, διαφορετικά θα τους επιβάλλεται έκτακτη εισφορά. Η πρόταση αυτή εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εφαρμογής της και τις επιπτώσεις στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Σε περίπτωση σημαντικής επιτάχυνσης της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου σε σχέση με τα οριζόμενα στο νόμο χρονοδιαγράμματα, οι Ελληνικές τράπεζες θα οδηγούνταν στη διαγραφή του σχετικού αναπόσβεστου υπολοίπου από τον ισολογισμό τους. Αυτό θα προκαλούσε αντίστοιχη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων και κατ’ επέκταση σημαντικά εποπτικά κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς δεν θα κάλυπταν πλέον τους απαιτούμενους κεφαλαιακούς δείκτες. Αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, δηλαδή, για την προστασία των καταθέσεων και τη δυνατότητα των τραπεζών να παρέχουν δάνεια στην οικονομία.
6. Η σημαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών των Ελληνικών τραπεζών θα είχε σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο και στα επενδυτικά χαρακτηριστικά τους, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος για την κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών (λόγω της διαγραφής του αναβαλλόμενου φόρου), ενώ θα επηρέαζε και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, καθώς δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πιστωτική επέκταση λόγω των κεφαλαιακών ελλείψεων. Η αρνητική επίπτωση θα επεκτεινόταν και πέραν των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς θα επηρεαζόταν η ασφάλεια δικαίου και η επενδυτική εικόνα της χώρας.
7. Η διαρκής επαναφορά του θέματος στο δημόσιο λόγο δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά. Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα την περίοδο μετά το 2015, αποτέλεσε σημαντικό επίτευγμα των κυβερνήσεων, των εποπτικών αρχών και των διοικήσεων των τραπεζών. Η φερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Ειδήσεις Σήμερα
- Hellenic RS21 Sailing League powered by Grivalia – Η πρώτη ρεγκάτα ολοκληρώθηκε με επιτυχία στο One&Only Aesthesis
- Ποιο είναι το αγαπημένο B-SUV των Ελλήνων; Πούλησε 1.191 αυτοκίνητα σε ένα μήνα
- Μητσοτάκης: Περαιτέρω πτώση στη βενζίνη και 617,5 εκατ. σε αγρότες – Κάνουν εξαγγελίες για τις τράπεζες αυτοί που τις έκλεισαν

