Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης σε συνεργασία με το επιτελείο του, έχουν αρχίσει ήδη να «μετρούν» τον πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο που θα διατεθεί για τις νέες μειώσεις φόρων, οι οποίες θα ισχύσουν για τα εισοδήματα του 2026 και θα επηρεάσουν τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού του 2027, χωρίς να αποκλείονται και εκπλήξεις που θα αφορούν αναδρομικές μειώσεις φόρων εντός του 2026.
Ηδη δε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας πρόσφατα σε εκδήλωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, ανακοίνωσε ότι τον προσεχή Σεπτέμβριο από το «βήμα» της 90ής Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης «θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη νέες μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών».
Εκτιμήσεις
Σύμφωνα με πληροφορίες, το πρωτογενές πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης για το 2025 θα υπερβεί το 3,7% του ΑΕΠ που ήταν η τελευταία επίσημη εκτίμηση του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης. Οι νεότερες εκτιμήσεις το ανεβάζουν στο 4,3%-4,5% του ΑΕΠ. Πρόκειται για υπέρβαση της τάξεως του 0,6%-0,8% του ΑΕΠ, η οποία σε απόλυτο μέγεθος θα κυμανθεί από 1,53 έως 2,032 δισ. ευρώ. Επιπλέον, τα πρόσθετα έσοδα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής προβλέπεται ότι θα είναι περίπου 800 εκατ. – 1 δισ. ευρώ και μπορούν εξ ολοκλήρου να χρηματοδοτήσουν νέα μέτρα μείωσης των φορολογικών επιβαρύνσεων.
Οπως προκύπτει εξάλλου από πρόσφατες εξαγγελίες και πληροφορίες που συνέλεξε ο «Ε.Τ.» της Κυριακής, στα νέα φορολογικά μέτρα που θα εξαγγείλει τον Σεπτέμβριο ο πρωθυπουργός θα περιλαμβάνονται:
1 Η μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος για τις ατομικές επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του στα μέσα Δεκεμβρίου του 2025, προανήγγειλε τη μείωση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος για όλες τις επιχειρήσεις. Το μέτρο αυτό, σύμφωνα με τα όσα άφησε να εννοηθούν τότε ο πρωθυπουργός, θα ισχύσει από το 2027 και θα αφορά τόσο τις ατομικές επιχειρήσεις, δηλαδή τους αυτοαπασχολούμενους, όσο και τις επιχειρήσεις που είναι νομικά πρόσωπα.
Σύμφωνα, ειδικότερα, με τα όσα ανέφερε ο πρωθυπουργός, η κυβέρνηση θα ανακοινώσει και θα νομοθετήσει διάταξη για τη μείωση του συντελεστή 55% με τον οποίο η προκαταβολή φόρου εισοδήματος έναντι του επόμενου έτους επιβάλλεται επί του κύριου φόρου εισοδήματος που οφείλει κάθε επιχείρηση, είτε είναι νομικό πρόσωπο είτε ατομική, φορολογούμενη απευθείας στο όνομα του φυσικού προσώπου που την ασκεί.
Ο κ. Μητσοτάκης απέφυγε τότε να αναφερθεί σε λεπτομέρειες για το πότε ακριβώς θα αρχίσει να ισχύει η μείωση αυτή και σε τι ποσοστό θα είναι. Πηγές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ανέφεραν σχετικά με το θέμα αυτό ότι θα γίνει γνωστό σε όλες του τις λεπτομέρειες με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού σε 9 μήνες, από την 90ή Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο του 2026, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι το μέτρο αυτό θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2027.
2 Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος των 300 έως 1.000 ευρώ για τα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες που ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες (Ομόρρυθμες, Ετερόρρυθμες Εταιρίες, Εταιρίες Περιορισμένης Ευθύνης, Ανώνυμες Εταιρίες). Η κυβέρνηση προτίθεται να καταργήσει το άρθρο 31 του ν. 3986/2011 που προβλέπει ότι επιβάλλεται ετήσιο τέλος επιτηδεύματος:
α) 800 ευρώ στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους,
β) 1.000 ευρώ στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες, κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 200.000 κατοίκους,
γ) 400 ευρώ στις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες που έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους,
δ) 500 ευρώ στις αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρίες που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από 200.000 κατοίκους,
ε) 600 ευρώ σε κάθε υποκατάστημα που συνιστάται από νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα των περ. α) και β) και 300 ευρώ σε κάθε υποκατάστημα που συστήνεται από αστική μη κερδοσκοπική εταιρία των περ. γ) και δ).
Η κατάργηση των παραπάνω διατάξεων για την επιβολή του τέλους επιτηδεύματος στα νομικά πρόσωπα και τις νομικές οντότητες θα ισχύσει για τη χρήση του 2026. Δηλαδή η ευνοϊκή αυτή ρύθμιση θα εφαρμοστεί κατά τον υπολογισμό των φορολογικών επιβαρύνσεων των νομικών προσώπων και των νομικών οντοτήτων, που θα πραγματοποιηθεί το 2027 με την εκκαθάριση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2026.
3 Η μείωση του φόρου εισοδήματος και για τα ετήσια ποσά μισθωμάτων κάτω των 12.000 ευρώ. Μετά τη νομοθέτηση της μείωσης του συντελεστή φόρου 35% στο 25% για τα ετήσια εισοδήματα από ενοίκια που υπερβαίνουν τα 12.000 ευρώ και φθάνουν μέχρι τα 24.000 ευρώ, η κυβέρνηση φέρεται αποφασισμένη να προωθήσει νέα ρύθμιση με την οποία θα μειώνονται οι φορολογικές επιβαρύνσεις για όλους τους φορολογούμενους που αποκτούν εισοδήματα από ενοίκια, δηλαδή και γι’ αυτούς που εισπράττουν ενοίκια τα οποία δεν υπερβαίνουν τα 12.000 ευρώ σε ετήσια βάση. Στόχος είναι αφενός να δοθούν κίνητρα σε χιλιάδες ιδιοκτήτες προκειμένου να διαθέσουν προς ενοικίαση κλειστές κατοικίες που κατέχουν, αφετέρου να μειωθεί το φαινόμενο της απόκρυψης από την εφορία των πραγματικά αποκτούμενων εισοδημάτων από ενοίκια.
Σήμερα, τα εισοδήματα από εκμετάλλευση ακίνητης περιουσίας, δηλαδή τα ενοίκια, φορολογούνται αυτοτελώς με βάση κλίμακα συντελεστών από 15% έως 45%.
Συγκεκριμένα:
- Ετήσια φορολογητέα εισοδήματα από ακίνητα έως 12.000 ευρώ φορολογούνται από το πρώτο ευρώ με συντελεστή 15%, οπότε το ανώτατο ποσό φόρου γι’ αυτό το κλιμάκιο εισοδημάτων φθάνει τα 1.800 ευρώ (12.000 ευρώ Χ 15% = 1.800 ευρώ).
- Ετήσια φορολογητέα εισοδήματα από ακίνητα μεταξύ 12.000,01 ευρώ και 24.000 ευρώ φορολογούνται με 15% για τα πρώτα 12.000 ευρώ και με 25% για τα επόμενα 12.000 ευρώ, δηλαδή για το τμήμα του εισοδήματος από τα 12.000,01 μέχρι τα 24.000 ευρώ. Ως εκ τούτου, το ανώτατο ποσό φόρου για τα εισοδήματα αυτού του κλιμακίου ανέρχεται σε 4.800 ευρώ (12.000 ευρώ Χ 15% + 12.000 ευρώ Χ 25% = 4.800 ευρώ).
- Ετήσια εισοδήματα από ακίνητα από 24.000,01 έως 35.000 ευρώ φορολογούνται με 15% για τα πρώτα 12.000 ευρώ, με 25% για τα επόμενα 12.000 ευρώ και με 35% για τα επόμενα 11.000 ευρώ μέχρι τα 35.000 ευρώ. Ως εκ τούτου, το ανώτατο ποσό φόρου για τα εισοδήματα αυτού του κλιμακίου ανέρχεται σε 8.650 ευρώ (12.000 ευρώ Χ 15% + 12.000 ευρώ Χ 25% + 11.000 ευρώ Χ 35% = 8.650 ευρώ).
- Ετήσια εισοδήματα από ακίνητα άνω των 35.000 ευρώ φορολογούνται με 15% για τα πρώτα 12.000 ευρώ, με 25% για τα επόμενα 12.000 ευρώ, με 35% για τα επόμενα 11.000 ευρώ και με 45% για το υπερβάλλον των 35.000 ευρώ ποσό.
Το «σενάριο» που ενδέχεται να επανέλθει προς συζήτηση και να επανεξεταστεί από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προβλέπει τη μείωση του συντελεστή 15% στο 5% ή στο 7% για ποσά ετησίων φορολογητέων εισοδημάτων από ενοίκια μέχρι 5.000 ευρώ.
Από την εφαρμογή αυτού του «σεναρίου» όλοι οι ιδιοκτήτες ακινήτων με ετήσια φορολογητέα ποσά ενοικίων από 2.000 μέχρι 5.000 ευρώ θα ωφεληθούν με μείωση του ετήσιου φόρου εισοδήματος κατά 200 έως 500 ευρώ εάν ο συντελεστής μειωθεί στο 5% ή κατά 160 έως 400 ευρώ εάν ο συντελεστής μειωθεί στο 7%.
Ολοι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες εκμισθούμενων ακινήτων, δηλαδή αυτοί οι οποίοι εισπράττουν ετησίως ενοίκια πάνω από 5.000 ευρώ και μέχρι 12.000 ευρώ, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες με ετήσια εισοδήματα μεγαλύτερα των 12.000 ευρώ θα έχουν το μέγιστο όφελος των 500 ευρώ αν ο συντελεστής μειωθεί στο 5% ή των 400 ευρώ αν ο συντελεστής μειωθεί στο 7%.
4 Η βελτίωση των διατάξεων που προβλέπουν την εφαρμογή των τεκμηρίων προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος των ατομικών επιχειρήσεων. Θα νομοθετηθούν νέες διορθωτικές παρεμβάσεις στο σύστημα του τεκμαρτού προσδιορισμού του εισοδήματος των ελευθέρων επαγγελματιών και των λοιπών αυτοαπασχολουμένων.
Οι αλλαγές, οι οποίες θα ισχύσουν για το φορολογικό έτος 2026, θα έχουν ως στόχο να περιορίσουν τις επιβαρύνσεις από την εφαρμογή της τεκμαρτής φορολόγησης. Στις αλλαγές που προωθούνται περιλαμβάνονται:
α) Ο υπολογισμός του τεκμαρτού εισοδήματος ανά φορολογούμενο και όχι ανά επιχείρηση. Το τεκμαρτό εισόδημα θα βαρύνει άπαξ τον φορολογούμενο κι όχι ξεχωριστά την κάθε ατομική του επιχείρηση. Με τον τρόπο αυτό θα επέλθουν μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων στις περιπτώσεις στις οποίες ένας αυτοαπασχολούμενος έχει παραπάνω από μία ατομική επιχείρηση.
Σήμερα, το τεκμαρτό εισόδημα υπολογίζεται για κάθε επιχείρηση ξεχωριστά και ο επιχειρηματίας αντιμετωπίζει ένα τεκμαρτό εισόδημα για κάθε μία από τις ατομικές επιχειρήσεις που έχει συστήσει. Ενώ δηλαδή ως άτομο πρέπει να φορολογηθεί με ένα συγκεκριμένο ποσό τεκμαρτού εισοδήματος με βάση τον κατώτατο μισθό, αυτό πολλαπλασιάζεται επί τον αριθμό των ατομικών επιχειρήσεων που διαθέτει, αυξάνοντας υπερβολικά και τον φόρο που καταβάλλει.
Θα οριστεί για τέτοιες περιπτώσεις ενιαίος τρόπος φορολόγησης ώστε να απαλειφθούν αδικίες πολλαπλής φορολόγησης για τον ίδιο φορολογούμενο.
β) Η διεύρυνση των περιπτώσεων μείωσης του τεκμαρτού εισοδήματος μέσω άλλων επιμέρους εισοδημάτων. Σήμερα λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα μόνο από μισθωτή εργασία, αγροτική δραστηριότητα ή σύνταξη για τη μείωση του τεκμαρτού εισοδήματος. Τα εισοδήματα από ενοίκια, μερίσματα ή τόκους δεν επιτρέπεται σήμερα να μειώσουν το τεκμαρτό εισόδημα. Με τον τρόπο αυτό αδικούνται και πληρώνουν πολύ περισσότερο φόρο όσοι αυτοαπασχολούμενοι δεν αποκτούν, παράλληλα με το ελεύθερο επάγγελμα, μισθούς, συντάξεις ή αγροτικό εισόδημα, αλλά αποκτούν εισοδήματα από ενοίκια, μερίσματα ή τόκους. Αναμένεται λοιπόν να τροποποιηθεί η ισχύουσα νομοθεσία ώστε και τα εισοδήματα αυτά να μειώνουν το τεκμαρτό εισόδημα από ατομική επιχειρηματική δραστηριότητα.
γ) Μεγαλύτερη μείωση του τεκμαρτού εισοδήματος για τις νέες επιχειρήσεις. Σήμερα, για τα πρώτα 3 έτη λειτουργίας ατομικής επιχείρησης δεν υπολογίζεται τεκμαρτό εισόδημα. Στο 4ο έτος λειτουργίας το τεκμαρτό εισόδημα που προκύπτει μειώνεται κατά 67% και στο 5ο έτος η μείωση περιορίζεται σε 33%, πριν μηδενιστεί πλήρως από το 6ο έτος και μετά. Εξετάζονται μεγαλύτερες μειώσεις μετά τα 4 πρώτα χρόνια λειτουργίας.
δ) Μείωση στο «πέναλτι» λόγω υπέρβασης του μέσου όρου του τζίρου με βάση το κριτήριο του ΚΑΔ. Ως γνωστόν, το τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης προβλέπει προσαύξηση του τεκμαρτού εισοδήματος κατά ποσοστό 5% επί του ποσού κατά το οποίο ο τζίρος που αντιστοιχεί στην κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης (στον Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας με τα μεγαλύτερα έσοδα) τυχόν υπερβαίνει τον μέσο όρο τζίρων της δραστηριότητας αυτής (του συγκεκριμένου ΚΑΔ). Οι επιχειρήσεις έχουν ζητήσει να αλλάξει το κριτήριο αυτό με κάτι πιο δίκαιο ώστε να μη φορολογείται περισσότερο κάθε επιχείρηση που πάει καλά.

