Τη φορολόγηση των κερδών από συναλλαγές με κρυπτονομίσματα, την υποχρέωση δικαιολόγησης των χρημάτων που δαπανώνται για την αγορά τους, την αυτόματη αλλαγή καθεστώτος ΦΠΑ για τους αγρότες και την αλλαγή της φορολογικής αντιμετώπισης συγκεκριμένων ακινήτων της Εκκλησίας και αλλαγές στη φορολογική ενημερότητα υπευθύνων για εταιρικά χρέη προβλέπει το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατατέθηκε στη Βουλή.
Συγκεκριμένα, επιβάλλεται φορολόγηση με συντελεστή 10% στην υπεραξία που προκύπτει από πωλήσεις κρυπτοστοιχείων, ενώ οι δαπάνες για τις αγορές τους υπάγονται στα τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων από το 2027. Επίσης θεσμοθετείται η αυτόματη μετάταξη αγροτών στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ από την ΑΑΔΕ και παρέχεται η δυνατότητα λήψης αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας σε αλληλεγγύως υπευθύνους για χρέη εταιρειών υπό προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, στις πιο σημαντικές φορολογικές ρυθμίσεις του πολυνομοσχεδίου περιλαμβάνονται τα εξής:
Επιβολή φόρου 10% στα κέρδη από κρυπτονομίσματα
Με τις διατάξεις των άρθρων 48 και 50 θεσπίζεται από την 1η-1-2027 ειδικό πλαίσιο φορολόγησης για την υπεραξία που προκύπτει από τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων. Ο φορολογικός συντελεστής ορίζεται σε 10% επί του καθαρού κέρδους και όχι επί του συνολικού ποσού που εισπράττει ο επενδυτής από την πώληση.
Για παράδειγμα, εάν ένας φορολογούμενος αγοράσει κρυπτονομίσματα έναντι 5.000 ευρώ και στη συνέχεια τα πουλήσει για 8.000 ευρώ, η υπεραξία ανέρχεται σε 3.000 ευρώ. Με συντελεστή 10%, ο φόρος διαμορφώνεται σε 300 ευρώ, εφόσον δεν συντρέχουν άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τον υπολογισμό.
Ως μεταβίβαση δεν θεωρείται μόνο η πώληση έναντι ευρώ ή άλλου χρηματικού ποσού. Στο πεδίο εφαρμογής περιλαμβάνονται επίσης η χρησιμοποίηση κρυπτοστοιχείων για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών και η εισφορά τους για την κάλυψη ή αύξηση εταιρικού κεφαλαίου.
Επομένως, φορολογική υποχρέωση μπορεί να προκύψει ακόμη και όταν ο κάτοχος δεν μετατρέπει τα κρυπτονομίσματά του σε ευρώ, αλλά τα χρησιμοποιεί για την πραγματοποίηση άλλης συναλλαγής.
«Πόθεν έσχες» για την αγορά κρυπτονομισμάτων από το 2027
Μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του πολυνομοσχεδίου περιλαμβάνεται στο άρθρο 46, το οποίο προβλέπει τη ρητή υπαγωγή των δαπανών αγοράς κρυπτοστοιχείων στα τεκμήρια απόκτησης περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 32 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.
Η νέα πρόβλεψη θα εφαρμόζεται από το φορολογικό έτος 2027. Αυτό σημαίνει ότι τα ποσά που δαπανά ένας φορολογούμενος για την αγορά κρυπτονομισμάτων, όπως Bitcoin ή Ethereum, θα συνυπολογίζονται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, όπως συμβαίνει με άλλες κατηγορίες αγορών που υπάγονται στα φορολογικά τεκμήρια.
Ο φορολογούμενος θα πρέπει, συνεπώς, να μπορεί να δικαιολογήσει τα χρήματα που χρησιμοποίησε για την απόκτηση των κρυπτοστοιχείων, επικαλούμενος δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλες νόμιμες πηγές κεφαλαίων.
Στις τελευταίες μπορεί να περιλαμβάνονται, υπό τις προϋποθέσεις της φορολογικής νομοθεσίας, αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών που καλύπτονται μέσω ανάλωσης κεφαλαίου, χρηματικά ποσά από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων ή άλλα νομίμως αναγνωριζόμενα κεφάλαια.
Εάν η δαπάνη αγοράς δεν καλύπτεται από τα εισοδήματα και τα διαθέσιμα κεφάλαια του φορολογουμένου, μπορεί να προκύψει πρόσθετη φορολογητέα διαφορά λόγω τεκμηρίων.
Η πρόβλεψη δεν συνεπάγεται την επιβολή αυτοτελούς φόρου κατά την αγορά των κρυπτονομισμάτων. Εισάγει, όμως, έναν πρόσθετο μηχανισμό φορολογικού ελέγχου, μέσω του οποίου η ΑΑΔΕ θα μπορεί να εξετάζει εάν η επένδυση δικαιολογείται από την οικονομική κατάσταση του φορολογουμένου.
Προσδιορισμός ζημιών από κρυπτονομίσματα
Το νέο φορολογικό πλαίσιο προβλέπει επίσης δυνατότητα μεταφοράς ζημιών από μεταβιβάσεις κρυπτοστοιχείων. Εφόσον η ετήσια ζημία υπερβαίνει τα 500 ευρώ, μπορεί να μεταφέρεται στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη και να συμψηφίζεται αποκλειστικά με μελλοντικά κέρδη από μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων. Παράλληλα, προβλέπεται ότι δεν επιβάλλεται φόρος όταν το συνολικό καθαρό ετήσιο κέρδος, μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς, δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο τρόπος προσδιορισμού της τιμής κτήσης. Για τον υπολογισμό του κέρδους θα χρησιμοποιούνται στοιχεία συναλλαγών από παρόχους υπηρεσιών, ενδιάμεσους ή δεδομένα του κατανεμημένου καθολικού. Εάν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί, προβλέπεται ότι θεωρείται μηδενική. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη φορολογική επιβάρυνση για επενδυτές που δεν διαθέτουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τις αρχικές αγορές τους.
Δυνατότητα δήλωσης παλαιότερων κερδών από κρυπτονομίσματα χωρίς πρόστιμα
Με το άρθρο 49 προβλέπεται ειδική δυνατότητα οικειοθελούς δήλωσης εισοδημάτων από κρυπτοστοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου πλαισίου, δηλαδή πριν την 1η-1-2027.
Οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να υποβάλουν τη σχετική δήλωση μέσα σε 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης και να καταβάλουν τον φόρο μέσα σε 60 ημέρες από την υποβολή της. Εφόσον τηρηθεί η προθεσμία πληρωμής, δεν θα επιβάλλονται πρόστιμα ή τόκοι του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας για τη μη δήλωση κατά τον χρόνο πραγματοποίησης του εισοδήματος.
Η δυνατότητα αφορά τόσο υπεραξίες από μεταβιβάσεις όσο και συγκεκριμένα εισοδήματα από δραστηριότητες όπως ο δανεισμός κρυπτοστοιχείων, η παροχή ρευστότητας και η συμμετοχή σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών.
Ωστόσο, τα εισοδήματα από αυτές τις δραστηριότητες δεν φορολογούνται υποχρεωτικά με τον συντελεστή 10% της υπεραξίας, αλλά με το καθεστώς που αντιστοιχεί στη φορολογική τους κατηγορία.
Επιπλέον, η οικειοθελής δήλωση δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το ποσό που εισπράχθηκε από μια πώληση κρυπτονομισμάτων μπορεί αυτομάτως να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων. Η σχετική δυνατότητα εξαρτάται από τους ειδικούς κανόνες αναγνώρισης των ποσών.
Κρυπτονομίσματα σε κληρονομιές, δωρεές και γονικές παροχές
Τα άρθρα 51 έως 53 ρυθμίζουν τη φορολογική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων που μεταβιβάζονται λόγω θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής.
Για τους σκοπούς της σχετικής φορολογίας, τα κρυπτοστοιχεία χαρακτηρίζονται ως ασώματη κινητή περιουσία που βρίσκεται στην αλλοδαπή.
Παράλληλα, προβλέπεται συγκεκριμένος τρόπος προσδιορισμού της αξίας τους, με βάση την τιμή τους σε ευρώ κατά την προηγούμενη ημέρα από τη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης και σύμφωνα με δεδομένα αναγνωρισμένων πλατφορμών διαπραγμάτευσης.
Η ρύθμιση έχει σημασία λόγω των έντονων διακυμάνσεων που παρουσιάζουν οι τιμές των κρυπτονομισμάτων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η εξαίρεση της πώλησης κρυπτοστοιχείων από το Ψηφιακό Τέλος Συναλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 54.
Αυτόματη μετάταξη αγροτών στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ
Σημαντική αλλαγή για τον αγροτικό κόσμο περιλαμβάνεται στο άρθρο 308.
Η διάταξη δίνει στη Φορολογική Διοίκηση τη δυνατότητα να μετατάσσει αυτεπαγγέλτως από το ειδικό στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ τους αγρότες που έχουν πάψει να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις παραμονής στο ειδικό καθεστώς, αλλά δεν έχουν υποβάλει εμπρόθεσμα τη σχετική δήλωση.
Η μετάταξη θα πραγματοποιείται από την ΑΑΔΕ την επομένη της καταληκτικής προθεσμίας υποβολής της δήλωσης, με ημερομηνία ισχύος την 1η Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο έπαψαν να πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Κατά την αυτεπάγγελτη μετάταξη μεταβάλλονται τα στοιχεία της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο φορολογικό μητρώο, το λογιστικό σύστημα και το καθεστώς ΦΠΑ.
Ως έδρα θεωρείται αρχικά η διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του αγρότη.
Ο φορολογούμενος διατηρεί τη δυνατότητα να υποβάλει δήλωση μεταβολής μέσα σε 10 ημέρες, προκειμένου να διορθώσει ή να συμπληρώσει τα πραγματικά στοιχεία της δραστηριότητάς του.
Με το άρθρο 310 παρέχεται στον διοικητή της ΑΑΔΕ η εξουσιοδότηση να καθορίσει τις τεχνικές λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας.
Η νέα πρόβλεψη σημαίνει ότι η μη υποβολή δήλωσης από τον αγρότη δεν θα εμποδίζει πλέον τη μεταβολή της φορολογικής του κατάστασης από την ΑΑΔΕ, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Η Εκκλησία της Ελλάδος υπόχρεη για συγκεκριμένα μοναστηριακά ακίνητα
Τα άρθρα 306 και 307 αφορούν την ακίνητη περιουσία Ιερών Μονών που βρίσκεται υπό την άμεση διοίκηση και καθολική διαχείριση της Εκκλησίας της Ελλάδος, μέσω της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών.
Με το άρθρο 306 προστίθεται η Εκκλησία της Ελλάδος στα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης στοιχείων ακινήτων για τη συγκεκριμένη περιουσία.
Με το άρθρο 307 προστίθεται αντίστοιχα στα υποκείμενα του φόρου ακίνητης περιουσίας για τα ακίνητα αυτά.
Οι διατάξεις αποσαφηνίζουν ποιος φέρει τη φορολογική υποχρέωση στην περίπτωση μοναστηριακής περιουσίας που τελεί υπό κεντρική εκκλησιαστική διαχείριση.
Δεν πρόκειται για γενική απαλλαγή της Εκκλησίας από τον ΕΝΦΙΑ ούτε για ρύθμιση που καλύπτει αδιακρίτως όλα τα ακίνητα των Ιερών Μονών.
Φορολογική ενημερότητα για πρόσωπα που ευθύνονται για εταιρικά χρέη
Το άρθρο 309 περιλαμβάνει ειδικές προβλέψεις για τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας σε πρόσωπα που έχουν αλληλέγγυα ευθύνη για οφειλές νομικών προσώπων.
Η παρέμβαση αφορά κυρίως μεταβιβάσεις ακινήτων και τη σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων.
Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να μη ζητείται παρακράτηση από το τίμημα ούτε εγγραφή εμπράγματου βάρους.
Για την ευνοϊκή αυτή μεταχείριση απαιτείται, μεταξύ άλλων, η εταιρεία να έχει συσταθεί τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από την αίτηση, να έχει ρυθμίσει τις οφειλές της και να πληροί τους ειδικούς χρονικούς όρους της διάταξης.
Εφόσον δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, προβλέπεται υπό όρους περιορισμός της παρακράτησης έως το 7% του τιμήματος, με παράλληλη διασφάλιση των απαιτήσεων του Δημοσίου.
Η διάταξη λαμβάνει υπόψη και τη συμμετοχή συγγενικών προσώπων στην εταιρική σύνθεση, ενώ προβλέπει προτεραιότητα είσπραξης από τον αλληλεγγύως ευθυνόμενο εάν η εταιρεία πάψει να εξυπηρετεί τις ρυθμισμένες οφειλές της.



















