Από χθες ουσιαστικά βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, η οποία θα είναι παρατεταμένη. Απομένουν περισσότερες από 50 ημέρες έως τις κάλπες της 21ης Μαΐου, ενώ πιθανότατα θα υπάρχουν άλλες πέντε έξι εβδομάδες διαβουλεύσεων έως τις δεύτερες εκλογές του Ιουλίου. Το χρονικό αυτό διάστημα είναι μεγάλο και δεν πρέπει να χαθεί σε ατέρμονες συζητήσεις, και βεβαίως η κυβέρνηση να συνεχίσει το έργο της μέχρι τη διάλυση της Βουλής.
Ταυτόχρονα, όμως, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια για μετεκλογική αστάθεια. Για αυτό είναι πολύ κρίσιμο το αποτέλεσμα της κάλπης του Μαΐου. Δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε για χαλαρότητα ούτε για αποστασιοποίηση από το πολιτικό σύστημα γενικότερα, καθώς θα έχουν διαμορφωθεί οι ισορροπίες που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό και την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις δεύτερες κάλπες.
Η κυβέρνηση ζητά να λάβει όσο το δυνατόν υψηλότερο ποσοστό στις πρώτες εκλογές, προκειμένου αυτό να λειτουργήσει ως πλατφόρμα για αυτοδυναμία στις δεύτερες. Οι αμφίσημες θέσεις του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος πότε απορρίπτει τον αρχηγό του πρώτου κόμματος για τη θέση του πρωθυπουργού και πότε αυτοπροτείνεται, είναι βέβαιο ότι λειτουργούν ως πηγή αστάθειας, και αυτό θα συνεκτιμηθεί από το εκλογικό σώμα.
Οσον αφορά στον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει ότι επιστρέφει στην πολιτική της υπερφορολόγησης και της ισοπέδωσης της μεσαίας τάξης. Στην προεκλογική κούρσα καλό είναι η κομματική αντιπαράθεση να στραφεί στα ζητήματα που απασχολούν τους πολίτες και σε αυτό το μέτωπο η προγραμματική υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας είναι σαφής έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και του ΠΑΣΟΚ, που με τη στάση του επιχειρεί να θολώσει το πολιτικό τοπίο παρά να μιλήσει για καθαρές προτάσεις. Για τους λόγους αυτούς οι πρώτες κάλπες έχουν ακόμα μεγαλύτερη κρισιμότητα.
