Με αφορμή τη σύλληψή του, ήρθαν στο φως περισσότερα στοιχεία για τη δράση του γνωστού γκαλερίστα.
«Θέλαμε να πουλήσουμε το χρυσό Rolex της μητέρας μου» αποκαλύπτει μία γυναίκα που όπως ισχυρίζεται εξαπατήθηκε από τον γκαλαερίστα. Θεώρησε ότι επρόκειτο για έμπιστο πρόσωπο που θα την βοηθούσε στην πώληση, ωστόσο η περιπέτεια που είχε, αναμένοντας να λάβει το ποσό που της αναλογούσε και ύστερα από συνεχιζόμενες ανακριβείς πληροφορίες από τον Γιώργο Τσαγκαράκη, διήρκεσε περίπου έναν χρόνο.
H τιμή του ρολογιού είχε εκτιμηθεί σε άνω των 5.000 ευρώ ποσό, κάτι που θεωρήθηκε πλαφόν ώστε να μην πουληθεί το ρολόι σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που κοστολογείτο. Σύμφωνα με το parapolitika.gr, ο καιρός περνούσε και ο γκαλερίστας είχε γίνει άφαντος, επισημαίνει η γυναίκα, μέχρι που άκουσε η ίδια στην τηλεόραση πως το ρολόι «έπιασε» σε δημοπρασία τιμή που κυμαινόταν γύρω στις 10.000 ευρώ, χωρίς ωστόσο ο Γιώργος Τσαγκαράκης να έχει ενημερώσει για το οτιδήποτε την άμεσα ενδιαφερόμενη. Αφότου, η γυναίκα ρώτησε τον γκαλερίστα για το Rolex, εκείνος της απάντησε ότι βρέθηκε τελικά αγοραστής, το ποσό όμως που διακαιούτο η γυναίκα και της αναλογούσε δεν καταβαλλόταν παρά τις επίμονες εκκλήσεις της, μέχρι που ο γκαλερίστας ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν ήταν αξιόπιστος ο αγοραστής τελικά κρίθηκε άκυρη η διαδικασία υλοποίησης της πώλησης. Η αβεβαιότητα άρχισε να εντείνεται, με την γυναίκα να ζητά πίσω το ρολόι της μέχρι που ο Γιώργος Τσαγκαράκης τη διαβεβαίωσε ότι τελικά πουλήθηκε το Rolex έναντι περίπου 5.000 ευρώ, η γυναίκα όμως δεν λάμβανε το ποσό που είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί. Τότε ζήτησε αποφασιστικά το ρολόι της πίσω, με τον Γιώργο Τσαγκαράκη να υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να το επιστρέψει καθώς ο αγοραστής το είχε δεσμεύσει με προκαταβολή.
Η ταλαιπωρία συνεχίστηκε και δεδομένου ότι η επαφή με τον Γιώργο Τσαγκαράκη έγινε τον Απρίλιο του 2025 ύστερα από μήνες, τον Ιούνιο του ίδιου έτους, προχώρησε σε νομικές διαδικασίες με εξώδικο κατά του γκαλερίστα. Τελικά και ύστερα από προσπάθειες και διαπραγματεύσεις μέσω δικηγόρων η γυναίκα κατόρθωσε να λάβει πίσω ποσό άνω των 4.000 ευρώ, ωστόσο δεν ξεχνά τον Γολγοθά που πέρασε.
Γιατί αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους;
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης έδωσε απαντήσεις σε όλα, ενώ προσκόμισε έγγραφα για το ιερό Ευαγγέλιο και για τους πίνακες. Ενδεικτικά, για το ιερό Ευαγγέλιο είχε στην κατοχή του έγγραφα παρακαταθήκης, με σκοπό να αναζητηθεί αν μπορεί να πωληθεί. Μέτρησε επίσης το ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο.
Στις αρχές έχουν γίνει τέσσερις καταγγελίες για πλαστά έργα τέχνης, ενώ χθες υποβλήθηκε και μήνυση στη ΓΑΔΑ, πάλι για πλαστό έργο σύμφωνα με το Star. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι τις τελευταίες ώρες γίνονται πολλά τηλεφωνήματα στην Αστυνομία, τουλάχιστον από 17 ιδιώτες, για έργα τέχνης που έχουν αγοράσει από τον γνωστό γκαλερίστα και θέλουν να διαπιστώσουν τη γνησιότητά τους. Από τους 321 πίνακες που κατασχέθηκαν, μόνο οι επτά ήταν γνήσιοι. Παράλληλα, είναι πολύ πιθανό να ανοίξει και κύκλος καταθέσεων για τα κοσμήματα που διακινούσε ο γνωστός γκαλερίστας.
Τι υποστήριξε στην μαραθώνια απολογία του
«Όσον αφορά τους πίνακες, ήταν παμπάλαια κειμήλια που ήταν εκεί από την εποχή του πατέρα μου. Ουδέποτε εξαπατήθηκε κανείς, ουδέποτε υπήρξε πρόθεση να πουληθεί πίνακας που ήταν πλαστός. Ήταν παρατημένοι πίνακες εδώ και δεκαετίες. Η διαδικασία του ελέγχου έγινε μέσα σε λιγότερο από μισή ώρα από την υπάλληλο της πινακοθήκης, πράγμα πρακτικά αδύνατο. Προσβάλλει την τέχνη. Είμαι 35 χρόνια επαγγελματίας. Τα χρήματά μου δικαιολογούνται απόλυτα. Έχω τρία διαφορετικά καταστήματα και διασύρομαι στα κανάλια λόγω της επιτυχίας μου» είπε μεταξύ άλλων ο γνωστός γκαλερίστας.
Αφέθηκε ελεύθερος με βαρείς περιοριστικούς όρους
«Αφέθηκε ελεύθερος με πολύ βαρείς περιοριστικούς όρους: απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, παρουσία κάθε πρώτη του μηνός, εγγύηση 50.000 και απαγόρευση οποιασδήποτε ενασχόλησης που αφορά αρχαιότητες. Θα ασχολείται με πίνακες μόνο αν έχουν πιστοποιητικά γνησιότητας», είπε στις κάμερες ο δικηγόρος του γκαλερίστα, Μιχάλης Δημητρακόπουλος. Ο κ. Τσαγκαράκης προσπάθησε να δικαιολογήσει την κατοχή του ιερού κειμηλίου, δείχνοντας προς το εξωτερικό και συγκεκριμένα την Αγγλία.
«Το Ευαγγέλιο το έλαβα από ιδιώτη, αλλοδαπό στέλεχος εταιρείας, και προσκόμισα τα σχετικά έγγραφα. Σας καλώ να τα διερευνήσετε. Μάλιστα, κάλεσα ο ίδιος την Αρχαιολογία προκειμένου να ελεγχθεί», υποστήριξε.
Τα στελέχη της Αρχαιοκαπηλίας αναζήτησαν παντού τον Άγγλο με το όνομα Πολ, που έδωσε χέρι με χέρι το σπάνιο Ευαγγέλιο στον δημοπράτη. Μέχρι και αυτή την ώρα, όμως, δεν έχει εντοπιστεί πουθενά.
Ο διάλογος με τους αστυνομικούς
Η κορύφωση των ερευνών ήρθε με την έφοδο στο σπίτι του στη Βουλιαγμένη. Ένα μεικτό κλιμάκιο αποτελούμενο από εισαγγελέα, ιστορικό τέχνης, αρχαιολόγο, βυζαντινολόγο και αστυνομικούς της Αρχαιοκαπηλίας αναζήτησε πιεστικά το πολύτιμο βιβλίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, ακολούθησε ένας άκρως αποκαλυπτικός διάλογος με τους αστυνομικούς.
Αστυνομικοί: «Αστυνομία. Πού είναι το Ευαγγέλιο που δημοπρατούσατε;»
Τσαγκαράκης: «Δεν το έχω εδώ. Το έχει μια υπάλληλός μου να το φυλάει».
Αστυνομικοί: «Καλέστε την τώρα σε ανοιχτή ακρόαση. Θα της πείτε να το φέρει εδώ, χωρίς να αναφέρετε ότι είμαστε εμείς μαζί σας».
Ακολουθώντας τις υποδείξεις των αρχών, η υπάλληλος κατέφθασε λίγο αργότερα στον χώρο μεταφέροντας το Ευαγγέλιο μέσα σε μια τσάντα, γεγονός που οδήγησε στην ακαριαία σύλληψη του συλλέκτη. Αξίζει να σημειωθεί πως η υπάλληλος αφέθηκε ελεύθερη χωρίς να της επιβληθεί κανένας περιοριστικός όρος. Πλέον, το ελληνικό FBI στρέφει τις έρευνές του στον εντοπισμό του άγνωστου προμηθευτή.

