Η παρουσία του βουλευτή Ροδόπης του ΠΑΣΟΚ, Ιλχάν Αχμέτ, στην τελετή πυροδότησε έναν οξύ λόγο στοχοποίησης, που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια της πολιτικής κριτικής και άγγιξε τη σφαίρα της πολιτικής διαπόμπευσης.
Ανυπόγραφα, η Gündem επιχείρησε να παρουσιάσει τη θεσμική παρουσία ενός εκλεγμένου βουλευτή ως «αποστασία» και «αλλαγή πυξίδας», υιοθετώντας μια ρητορική διαχωρισμού της μειονότητας σε «ορθούς» και «λανθασμένους» εκπροσώπους. Πρόκειται για μια γνώριμη τακτική, η οποία επανέρχεται κάθε φορά που κάποιος αιρετός δεν ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη γραμμή του Προξενείου. Στο στόχαστρο βρίσκεται διαχρονικά ο Ιλχάν Αχμέτ, ακριβώς επειδή επιμένει να κινείται θεσμικά, χωρίς να υποκύπτει σε εξωθεσμικές πιέσεις και καθοδηγήσεις.
Απέναντι σε αυτή τη στοχοποίηση, ο βουλευτής απάντησε με λόγο θεσμικό και σαφή. «Το δημοσίευμα υιοθετεί έναν λόγο που υπερβαίνει τα όρια της θεμιτής πολιτικής κριτικής», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η αμφισβήτηση της παρουσίας του ισοδυναμεί με αμφισβήτηση της λαϊκής βούλησης. Όπως τόνισε, «η εκπροσώπηση απορρέει αποκλειστικά από τις εκλογές» και κανένα ΜΜΕ δεν μπορεί να υποκαθιστά τους πολίτες.
Η ουσία της υπόθεσης, πάντως, ξεπερνά την τελετή και τα πρόσωπα. Η πλήρης εφαρμογή του νόμου 4964/2022 για τη Μουφτεία ενόχλησε όσους επένδυαν επί δεκαετίες στη θεσμική ασάφεια. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί κάθε βήμα θεσμικής κανονικότητας προκαλεί τόσο θόρυβο. Σε αυτό το περιβάλλον, η στάση του Ιλχάν Αχμέτ, που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της θεσμικής συνέπειας, μοιάζει να δικαιώνεται – ακόμη κι αν γι’ αυτό «πολεμιέται» από όσους θα προτιμούσαν πιο πειθήνιους συνομιλητές.

