
Στο σχολείο συχνά εμφανίζονται μορφές βίας που δεν εκδηλώνονται μόνο με στάσεις αλλά και με πράξεις. Το ζήτημα είναι αν αυτές οι πράξεις και στάσεις βίας τις οποίες συχνά βιώνει ή υφίσταται μεταξύ άλλων και ο εκπαιδευτικός προσπαθώντας να κάνει τη διδακτική και παιδαγωγική του εργασία στη σχολική τάξη και ζωή, αξιοποιούνται ώστε να οδηγούν σε εποικοδομητικά συμπεράσματα και σε θετική τροποποίηση στάσεων και συμπεριφορών όλων των εμπλεκομένων στο ίδιο ή σε παρόμοια περιστατικά.
Όταν κυριαρχεί το θυμικό, η υπερβολή και η εύκολη επίρριψη ευθυνών στους άλλους, τα προβλήματα όχι μόνο δεν κατανοούνται και δεν λύνονται, αλλά περιπλέκονται και πολλαπλασιάζονται. Ο ναρκισσισμός, ο εγωκεντρισμός και η βεβαιότητα ότι κατέχουμε την απόλυτη αλήθεια δεν βοηθούν τη σχολική ζωή στην ενδελέχειά της. Αντίθετα, δημιουργούν αποστάσεις και ρήξεις τραυματίζοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις, συντελώντας ενίοτε σε τραγικά αποτελέσματα.
Τα πράγματα βελτιώνονται δραστικά, όταν κάθε μέλος της σχολικής κοινότητας —γονιός, εκπαιδευτικός, μαθητής, προϊστάμενος, υφιστάμενος—παρακινείται, εμπνέεται και προσπαθεί να κατανοεί ουσιαστικά τον εαυτό του: τα όριά του, τις ευθύνες του και τις πραγματικές απαιτήσεις του διακριτού ρόλου τον οποίο καλείται να υπηρετήσει εντός της σχολικής κοινότητας.
Όταν ο ρόλος και τα όρια καθενός γίνονται κατανοητά και σεβαστά από όλους, τότε η σχολική ζωή γίνεται πιο ανθρώπινη, πιο αποτελεσματική, καταξιώνοντας την πολύτιμη σημασία της μαθητείας και της διδασκαλίας.
Βασικοί πυλώνες αυτής της συμπόρευσης των τριών εταίρων, δασκάλων, μαθητών και γονέων, είναι η αγάπη, ο σεβασμός στην προσωπική ετερότητα του άλλου (εξ αιτίας της οποίας άλλωστε νιώθουμε ότι υπάρχουμε), η σύνεση, η υπευθυνότητα, η ταπεινότητα και η ευγνωμοσύνη. Σε αυτά προστίθενται η συνδημιουργία, το μέτρο, η ενσυναίσθηση, ο πολιτισμός και οι κοινά αποδεκτοί και τηρούμενοι κανόνες (κανονισμός λειτουργίας του σχολείου, εγκύκλιοι, εκπαιδευτική νομοθεσία).
Στο ίδιο πνεύμα θα πρέπει να κινείται και η Πολιτεία, διότι η ουσία της Παιδείας δεν εξαντλείται στην οικονομική αποτελεσματικότητα των λεγόμενων «δεικτών ποιότητας». Η ουσία της Παιδείας βρίσκεται πρωτίστως στη βαθιά καλλιέργεια της μαθητείας και της γνώσης του εαυτού, του άλλου, του κόσμου και του Θεού, στο πλαίσιο μιας προσωποκεντρικής παιδαγωγικής σχέσης συν- εργασίας από όλους προς όλους.
Εκφράζεται επίσης στη Σωκρατική αυτογνωσία, η οποία οδηγεί αρμονικά και κλιμακωτά στην αξιοποίηση και της ελαχιστότερης ευκαιρίας μάθησης και παιδείας ως πολύτιμης δυνατότητας προσωπικής ανάπτυξης.
Έτσι το σχολείο γίνεται χώρος χαράς, δημιουργίας και ουσιαστικής ανταποδοτικότητας σε πολλούς τομείς, χωρίς να χάνεται πολύτιμος διδακτικός, ψυχικός , παιδαγωγικός και προσωπικός χρόνος σε ατέρμονες αντεγκλήσεις, συγκρούσεις, αμφισβητήσεις, υπονομεύσεις, νομικές αντιδικίες, φοβικές και αμυντικές στάσεις και συμπεριφορές.
Επιλογικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε βάσιμα, ότι όταν η Οικογένεια και το Σχολείο λειτουργούν με υπευθυνότητα , συνοχή και συνέπεια σε όσα υπαγορεύει ο σημαντικότατος διακριτός ρόλος τους, τότε η κοινωνία μας θα μπορεί να έχει καλές ελπίδες δημιουργικής συνέχειας. Τότε και οι μαθητές μας θα έχουν σημαντικό κίνητρο να σέβονται και να τιμούν τους δασκάλους τους (συνεπώς αναπόδραστα και τους γονείς τους).
Γιατί κανένα παιδί δεν γεννήθηκε κακό και καταστροφικό, ούτε η ποινική αντιμετώπιση της όποιας παραβατικότητάς του θα το κάνει καλύτερο. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι, μέσα από ποιες διαδικασίες, εμπειρίες και οπτικοακουστικές ηλεκτρονικές και άλλες πηγές εθίζονται τα παιδιά στο να υβρίζουν, να ασεβούν, να προπηλακίζουν τους καθηγητές τους, τους συμμαθητές τους και στην ουσία τον εαυτό τους.
Μήπως τελικά η βαθύτερη αιτία είναι οτι οι ενήλικοι, τους προσφέρουμε μια ζωή δίχως σαφές και ελπιδοφόρο νόημα; Και μια δυσανεκτική κοινωνία σχετικοποίησης των αξιών, κάτι που κατανοεί κάποιος ενδεικτικά, εάν αποδελτιώσει τις ειδήσεις μιας εβδομάδας στα ΜΜΕ. Αυταπατώμεθα αν νομίζουμε ότι ο άνθρωπος, και ο νέος, μπορεί να παραμείνει ηθικά ουδέτερος. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει στην ανθρώπινη ιστορία.

