Η καταστροφική πυρκαγιά στην Αττικοβοιωτία έχει αφήσει πίσω της γύρω στα 140.000 καμένα στρέμματα, ενώ, σύμφωνα με τον διευθυντή της μονάδας BEYOND του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Χάρη Κοντοέ, έχει το ίδιο αποτύπωμα με αυτήν του 2009 στον Άγιο Βασίλειο.
Μέσα σε σχεδόν 10 χρόνια η Αττική έχει πληγεί 12 φορές από μεγάλες φωτιές με τις συνολικές καμένες εκτάσεις να προσεγγίζουν πλέον τα 700.000 στρέμματα.
Η πυρκαγιά στον Κιθαιρώνα προστίθεται στις μεγάλες φωτιές που έχουν εκδηλωθεί άλλοτε σε Πάρνηθα, Δερβενοχώρια, Βαρυμπόμπη, Πεντέλη, Κάλαμος, Γεράνεια, Κινέτα και Κουβαράς.
Όπως ανέφερε ο κ. Κοντοές, μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας όλα τα μέτωπα είχαν ουσιαστικά περιοριστεί, με εξαίρεση στο Κανδήλι, αλλά αργότερα εκδηλώθηκαν ισχυρές αναζωπυρώσεις και η φωτιά στην περιοχή από την Ψάθα και βορειότερα μέσα σε λίγα λεπτά πήρε άλλες διαστάσεις.
Γιατί κάηκε αυτό το κομμάτι
Η πυρκαγιά που ξεκίνησε από τον Άγιο Βασίλειο κι έφτασε μέχρι τα Μέγαρα, δεν βρήκε καύσιμη ύλη προς την πλευρά των Βιλίων, μιας και είχε καεί το 2021, με αποτέλεσμα να κινηθεί προς τις νότιες περιοχές όπου εκεί υπήρχε βλάστηση, ανέφερε ο Χάρης Κοντοέ. Ενώ, τόνισε και το πρόβλημα δόμησης μέσα σε δασικές εκτάσεις.
Και υπογράμμισε: «Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα. Υπάρχουν πάρα πολλές κατοικίες σε περιοχές που είναι πολύ σοβαρά καμένες. Είναι χαρακτηριστικό της ανατολικής και της δυτικής Αττικής, όπου οι περισσότεροι παραλιακοί οικισμοί έχουν χτιστεί μέσα στο δάσος».
Και συνέχισε λέγοντας: «Έχουμε αυθαιρετήσει ιστορικά, έχουμε παραβιάσει το περιβάλλον και έχουμε μπει σε μια νέα εποχή που λέγεται κλιματική κρίση, χωρίς να την έχουμε πάρει όσο σοβαρά πρέπει. Αυτό που ίσχυε πριν από 40 ή 50 χρόνια δεν ισχύει σήμερα. Τα ακραία φαινόμενα εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση, ενώ εξακολουθούμε να μην προστατεύουμε επαρκώς τα σπίτια μας και τον τρόπο που χτίζουμε τις πόλεις και τους οικισμούς μας».
Και υπογράμμισε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κατοικίες με μη πυρίμαχα υλικά, ακαθάριστα οικόπεδα και δρόμοι που δεν επιτρέπουν την πρόσβαση πυροσβεστικών οχημάτων.
«Τα έχουμε μελετήσει όλα αυτά τα χρόνια και γνωρίζουμε ακόμη και σε επίπεδο κατοικίας πού βρίσκεται ο κίνδυνος. Χρειάζεται ο ίδιος ο κάτοικος, ο δήμος και η τοπική κοινωνία να ευαισθητοποιηθούν. Δεν μπορούμε να περιμένουμε να φτάσει η φωτιά στην αυλή μας και κάποιος άλλος να μας σώσει», τόνισε.
Και παραδέχθηκε ότι μέχρι πριν από λίγες ημέρες η φετινή αντιπυρική περίοδος έδειχνε να εξελίσσεται καλύτερα αλλά: «Ένα και μόνο περιστατικό, όμως, είναι αρκετό για να ανατρέψει ολόκληρη την εικόνα».





















