Στο πλαίσιο αυτό η πολιτεία σύμφωνα με πληροφορίες θα προχωρήσει με τη διαδικασία του κατεπείγοντος -και όχι το 2028 όπως είχε ανακοινώσει η ηγεσία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών- στην ακόμη και με απευθείας ανάθεση στην απόκτηση νέων συστημάτων αεροναυτιλίας για το FIR Αθηνών. Ήδη την παραίτησή του από τη θέση του διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας υπέβαλε χθες ο κ. Γιώργος Σαουνάτσος στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα η οποία και έγινε δεκτή, ενώ καθήκοντα Διοικητή ανέλαβε, προσωρινά, ο Υποδιοικητής Αεροναυτιλίας Γιώργος Βαγενάς, ενώ θα δρομολογηθούν άμεσα οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τον ορισμό νέου Διοικητή.
Η αποχώρηση του κ. Σαουνάτσου έρχεται μετά το πόρισμα-καταπέλτη για το black out, το οποίο ανέδειξε σοβαρά ζητήματα παλαιότητας (ακόμη και 40 ετών) και περιορισμένης χωρητικότητας των συστημάτων αεροναυτιλίας, αλλά και ελλείμματα στη συνολική διαχείριση κρίσιμων υποδομών. Παρότι από την κυβερνητική πλευρά έχει τονιστεί ότι δεν τέθηκε σε κίνδυνο η ασφάλεια των πτήσεων και ότι το περιστατικό χαρακτηρίζεται «χαμηλής διακινδύνευσης», το εύρος της δυσλειτουργίας και η χρονική διάρκεια της κατέστησαν αναπόφευκτη τη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο διοίκησης.
Εν τω μεταξύ, ήδη ο ΟΤΕ εδώ και καιρό είχε κάνει λόγο ουκ ολίγες φορές για την παλαιότητα των συστημάτων επισημαίνοντας ότι έπρεπε να αλλαχθούν, ενώ τα κυκλώματα που έδινε προς την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ήταν, όπως ανακοίνωσε ο Οργανισμός από την πρώτη στιγμή του συμβάντος λειτουργικά. Άλλωστε το κείμενο συμπερασμάτων του πορίσματος λέει ξεκάθαρα ότι πρέπει να αλλάξει πάραυτα ο εξοπλισμός της ΥΠΑ και να υπάρξει δυνατότητα καλύτερης συνεργασίας με τον ΟΤΕ.
«Η κατάντια της ΥΠΑ φάνηκε για άλλη μια φορά και με τον πλέον επίσημο τρόπο», σχολιάζει η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας (ΕΕΕΚΕ) αναφορικά με το πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής για τα αίτια του blackout στο FIR Αθηνών.
Όπως υποστηρίζει: «Η παράθεση και μόνο του ιστορικού των γεγονότων δείχνει υπό ποιες συνθήκες κλήθηκαν να δουλέψουν οι συνάδελφοι το πρωί της 4/1/2026 και την πίεση την οποία βίωσαν. Η ίδια αναφορά επιβεβαιώνει τα όσα έχει αναφέρει δημόσια η ΕΕΕΚΕ, ότι δηλαδή ο λόγος που όλα τα αεροσκάφη προσγειώθηκαν ασφαλώς ήταν ο επαγγελματισμός των ΕΕΚ στην διαχείριση της κυκλοφορίας και η απόφαση για κλείσιμο του εναερίου χώρου με επιβολή zero rate». Όπως προσθέτουν οι ελεγκτές : «Το πόρισμα καταδεικνύει ξεκάθαρα διοικητικό αλαλούμ, πολύωρη καθυστέρηση στη διάγνωση της αιτίας και ανυπαρξία συνεργασίας μεταξύ των διαφόρων στελεχών της Διοίκησης. Αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφισβήτησης ότι η απόφαση επιβολής του zero rate ήταν αυτή που απέτρεψε μια ενδεχομένως πολύ χειρότερη εξέλιξη του σοβαρότατου περιστατικού της 4/1/2026. Καθίσταται πλέον ολοφάνερο ότι δεν μπορεί υπό αυτές τις συνθήκες να εξυπηρετηθεί η αυξημένη ζήτηση της κυκλοφορίας κατά την καλοκαιρινή περίοδο».
Τέλος τα επόμενα βήματα εφαρμογής του Σχεδίου Δράσης (Action Plan) που υλοποιεί το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό την αναβάθμιση της αεροναυτιλίας τέθηκαν στο επίκεντρο των διαδοχικών συναντήσεων που είχε, στις Βρυξέλλες την Τρίτη ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών κ. Χρίστος Δήμας. Σε σύσκεψη εργασίας με τον γενικό διευθυντή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας (EUROCONTROL), Raúl Medina Caballero συμφώνησαν στον ορισμό τεχνικού συμβούλου από τον Οργανισμό, που θα συμβάλλει στην υλοποίηση του Σχεδίου Δράσης. Βασικοί πυλώνες του Action Plan είναι η θεσμική αναμόρφωση του τομέα και ο εκσυγχρονισμός των συστημάτων αεροναυτιλίας.
FIR Αθηνών: Παρωχημένες τηλεπικοινωνιακές υποδομές και τεχνικές αστοχίες η αιτία του black out – Η ακτινογραφία του πορίσματος
Σύνθετο πλέγμα τεχνικών αστοχιών, παρωχημένων τηλεπικοινωνιακών υποδομών και ελλιπούς επιχειρησιακού συντονισμού ήταν η κύρια αιτία της πρωτοφανούς αναστολής λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 που προκάλεσε το χάος στα ελληνικά αεροδρόμια.
Το επίσημο πόρισμα υποβλήθηκε, από την Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας στον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών Χρίστο Δήμα, με το περιστατικό, που οδήγησε σε πλήρη περιορισμό της εναέριας κυκλοφορίας (zero rate) για ώρες, να μην αποδίδεται σε κυβερνοεπίθεση ή εξωτερική παρέμβαση, αλλά σε εσωτερική τεχνική δυσλειτουργία κρίσιμων συστημάτων επικοινωνίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ).
Το πόρισμα αναφέρεται σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε από τον αποσυγχρονισμό πολλών πομπών ταυτόχρονα που είχε όμως ως τελικό αποτέλεσμα την υποβάθμιση ή και τη διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων, ενώ στο πόρισμά της η επιτροπή που συγκροτήθηκε ακριβώς για να διερευνήσει το συμβάν της 4ης Ιανουαρίου επισημαίνει ότι το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής της ΥΠΑ και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας και προχωρά σε συγκεκριμένες προτάσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην καθυστέρηση εντοπισμού της πραγματικής αιτίας. Η Επιτροπή επισημαίνει την απουσία τηλεμετρίας από άκρο σε άκρο και μηχανισμών καταγραφής σφαλμάτων (log files), γεγονός που καθιστά σχεδόν αδύνατη τόσο τη διάγνωση σε πραγματικό χρόνο όσο και την εκ των υστέρων τεχνική ανάλυση. Την ίδια στιγμή, το κέντρο λειτουργίας του ΟΤΕ «έβλεπε» τα κυκλώματα ως λειτουργικά, ενώ στην πράξη παρουσίαζαν σοβαρή δυσλειτουργία.
Παράλληλα, το πόρισμα αφήνει σαφείς αιχμές για τη συνεργασία ΥΠΑ–ΟΤΕ, χαρακτηρίζοντάς την «μακράν του βέλτιστου». Η έλλειψη κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσης συνέβαλε στη χρονική επιμήκυνση του προβλήματος, το οποίο τελικά επιλύθηκε αιφνιδιαστικά, έπειτα από επανεκκινήσεις και επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού του ΟΤΕ στις 16:53 τοπική ώρα.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την έκθεση των εμπειρογνωμόνων: το Συμβάν οφείλεται σε «ψηφιακό θόρυβο», ο οποίος προκλήθηκε λόγω αποσυγχρονισμού σε πλειάδα ετερογενών διατάξεων/διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ, με αποτέλεσμα την ακούσια ενεργοποίηση/συνεχή εκπομπή κρίσιμου αριθμού πομπών και την υποβάθμιση/διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών διασυνδέσεων. Η πλήρης επαναφορά επετεύχθη κατόπιν επανασυγχρονισμού/επανεκκινήσεων που ακολούθησαν την επαναδρομολόγηση κίνησης στο δίκτυο κορμού.
Σημειώνεται, μεταξύ άλλων, πως για λόγους Ασφάλειας Πτήσεων, επιβλήθηκε πλήρης περιορισμός χωρητικότητας (zero rate) και εφαρμόστηκαν διαδικασίες έκτακτης ανάγκης. Η επαναφορά των παρεχόμενων Υπηρεσιών ήταν σταδιακή, ενώ η πλήρης αποκατάσταση πραγματοποιήθηκε στις 16:53 τοπική ώρα, μετά από εκούσια ενέργεια του τηλεπικοινωνιακού παρόχου.Με βάση τις Αναφορές στην πλατφόρμα ECCAIRS και την αξιολόγηση της ΑΠΑ, το Περιστατικό κατατάχθηκε ως χαμηλής διακινδύνευσης (Green Area), χωρίς αναφορά παραβίασης ελαχίστων διαχωρισμών. Επιπλέον, δεν προέκυψαν ενδείξεις κυβερνοεπίθεσης ή εξωγενούς κακόβουλης παρεμβολής.
Στο κεφάλαιο, δε, που αφορά στα ζητήματα Αεροπορικής Ασφάλειας αναφέρεται πως δεν διαπιστώθηκε ζήτημα αεροπορικής ασφάλειας υπό την έννοια της έκθεσης αεροσκαφών σε άμεσο ή έμμεσο κίνδυνο.
Στο πόρισμά της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι το υφιστάμενο σύστημα Επικοινωνιών Φωνής (VCS – Voice Communication System) της ΥΠΑ και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία (SDH – Synchronous Digital Hierarchy) που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή, χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας.
Τέλος στο πόρισμά της, η Ειδική Επιτροπή καταλήγει στις εξής προτάσεις/εισηγήσεις:
α) επίσπευση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP (Voice over IP), με την ολοκλήρωση των διαδικασιών προμήθειας – εγκατάστασης και θέσης σε επιχειρησιακή λειτουργία του νέου VCS/RCS (Voice Communication System / Radio Communication System) και των 495 νέων πομποδεκτών,
β) θεσμοθέτηση σταθερού κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσεων με δοκιμές/εκπαίδευση υπό εποπτεία ΑΠΑ,
γ) ενίσχυση με τηλεμετρία/τηλεχειρισμό και δυνατότητα εκτέλεσης από άκρο σε άκρο διαγνωστικών ελέγχων στα κομβικά σημεία,
δ) ενίσχυση εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών/ανωμαλιών, καθώς και
ε) μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων του ΚΕΠΑΘΜ σε καταλληλότερο περιβάλλον, με στόχο τη μείωση συστημικών επιχειρησιακών κινδύνων και εξαρτήσεων με στόχο να διασφαλισθεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

