Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση της ΕΛ.ΑΣ., η εξιχνίαση της δολοφονίας της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη ήταν αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερα σύνθετης και μεθοδικής έρευνας. Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί από τις 30 Μαΐου 2026, όμως η δήλωση στις αρχές έγινε δέκα ημέρες αργότερα, στις 8 Ιουνίου, γεγονός που δυσχέρανε αρχικά τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων.
Η αντίστροφη μέτρηση για τη διαλεύκανση της υπόθεσης ξεκίνησε από την ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού των καμερών ασφαλείας της περιοχής, η οποία επιβεβαίωσε την παρουσία της 45χρονης στην οικία του υπόπτου στο Βαρύπετρο την ημέρα της εξαφάνισης, καταρρίπτοντας τους ισχυρισμούς του και αναδεικνύοντας ουσιώδεις αντιφάσεις. Στη συνέχεια, η επιστημονική έρευνα έπαιξε καθοριστικό ρόλο, καθώς ειδικό συνεργείο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών χρησιμοποίησε εξειδικευμένες μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (bluestar) και εντόπισε κηλίδες αίματος στο σπίτι και το αυτοκίνητο του δράστη, με την εργαστηριακή ανάλυση να ταυτοποιεί το γενετικό υλικό του θύματος με απόλυτη βεβαιότητα.
Υπό το βάρος αυτών των τεκμηρίων, ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο όπου είχε θάψει τη γυναίκα, σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο στον Βαθύλακκο Χανίων, όπου και εντοπίστηκε η σορός τυλιγμένη σε σακούλες. Σημειώνεται ότι ο δράστης είχε ήδη συλληφθεί από το βράδυ της Παρασκευής 19 Ιουνίου για άλλη υπόθεση που αφορούσε παράνομη καλλιέργεια φυτείας κάνναβης στον Φουρνέ Χανίων, προτού σχηματιστεί σε βάρος του η τελική δικογραφία για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Η στιγμή που ο 43χρονος κατηγορούμενος φθάνει στα δικαστήρια – Οι αποδοκιμασίες συγγενών και φίλων του θύματος
Πώς οι Αρχές εξιχνίασαν το έγκλημα
Τα στελέχη της αστυνομίας, σε συνέντευξη Τύπου που παραχωρήθηκε χθες το πρωί έδωσαν λεπτομέρειες για την εξιχνίαση του εγκλήματος.
Ο αστυνομικός διευθυντής Κρήτης τόνισε ότι το μήνυμα είναι σαφές: «Κανένα έγκλημα δεν μένει χωρίς έρευνα. Κανένας δράστης δεν μπορεί να σταθεί πάνω από τον νόμο και τη δικαιοσύνη. Οι πολίτες των Χανίων και όλης της Κρήτης, μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και να εμπιστεύονται την Ελληνική Αστυνομία. Η προσπάθεια αυτή το αποδεικνύει έμπρακτα, και θα συνεχίσουμε με την ίδια αφοσίωση στο καθήκον μας απέναντι στην κοινωνία».
Σύμφωνα με τον διευθυντή Αστυνομίας Χανίων, ταξίαρχο Κανέλλο Νικολάου, ο οποίος παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων, για την εξιχνίαση της ανθρωποκτονίας της 45χρονης, πρόκειται για μία ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτητική υπόθεση, καθώς η εξαφάνιση της γυναίκας δηλώθηκε στην αστυνομία στις 8 Ιουνίου 2026, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου.
Ουσιαστικά, οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
Η αστυνομία από την πρώτη στιγμή ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, με μοναδικό στόχο τη διακρίβωση της τύχης της αγνοούμενης και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Αρχικά, πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αναζητήσεις και συλλογή πληροφοριών από το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της παθούσας. Παράλληλα, όπως αναφέρει ο ΣΚΑΪ, απευθύνθηκαν αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, ενώ αξιοποιήθηκαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ώστε να προσδιοριστούν οι τελευταίες επιβεβαιωμένες κινήσεις της.

