Η συζήτηση για την Παιδεία στην Ελλάδα επικεντρώνεται συχνά στην ύλη, στις εξετάσεις, στην αξιολόγηση, στην ψηφιακή μετάβαση και στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις.

δρ Χρήστος Χρύσανθος Νικολαΐδης, διδάκτορας του Πολυτεχνείου Ξάνθης, Σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών
Όλα αυτά είναι ασφαλώς σημαντικά. Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που βρίσκεται στον πυρήνα κάθε σοβαρής εκπαιδευτικής πολιτικής και συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων: η οικονομική θέση του εκπαιδευτικού.
Το ερώτημα είναι απλό, αλλά κρίσιμο: μπορεί σήμερα ένας εκπαιδευτικός στην Ελλάδα να ζήσει αξιοπρεπώς από τον μισθό του;
Τα στοιχεία του OECD – Education at a Glance 2025 δίνουν μια σαφή εικόνα. Ο OECD εξετάζει τους θεσμοθετημένους ετήσιους μικτούς μισθούς των εκπαιδευτικών πλήρους απασχόλησης σε δημόσια σχολεία και τους συγκρίνει διεθνώς σε USD PPP, δηλαδή σε δολάρια προσαρμοσμένα με βάση την αγοραστική δύναμη.
Σύμφωνα με τον Πίνακα D3.1, για εκπαιδευτικούς της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή περίπου στο επίπεδο του Λυκείου, με 15 χρόνια προϋπηρεσίας, ο μέσος όρος των χωρών του OECD είναι 63.925 USD PPP. Η αντίστοιχη τιμή για την Ελλάδα είναι 30.627 USD PPP. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης, πολύ κάτω από τον μέσο όρο.

Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Δεν πρόκειται απλώς για μια μικρή απόκλιση. Πρόκειται για ουσιαστική υστέρηση, καθώς οι αποδοχές των Ελλήνων εκπαιδευτικών βρίσκονται περίπου στο 48% του μέσου όρου του OECD για την ίδια βαθμίδα και το ίδιο στάδιο επαγγελματικής εμπειρίας.
Χρειάζεται, βέβαια, προσοχή στην ανάγνωση των στοιχείων. Τα ποσά σε USD PPP δεν είναι καθαροί μηνιαίοι μισθοί σε ευρώ. Το PPP, δηλαδή η ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, χρησιμοποιείται για να γίνονται διεθνείς συγκρίσεις λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο κόστος ζωής μεταξύ χωρών. Με άλλα λόγια, δεν συγκρίνει απλώς νομίσματα, αλλά επιχειρεί να συγκρίνει τι μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας μισθός σε κάθε χώρα.
Αυτό είναι χρήσιμο, γιατί το κόστος ζωής δεν είναι ίδιο σε όλες τις χώρες. Ωστόσο, έχει και όρια. Δεν αποτυπώνει πλήρως τις εσωτερικές ανισότητες κόστους ζωής, όπως τη διαφορά ανάμεσα στην Αθήνα, στα νησιά, στις τουριστικές περιοχές και την περιφέρεια. Ούτε δείχνει πάντα το πραγματικό βάρος του ενοικίου, της μετακίνησης, της οικογενειακής στήριξης ή της συχνής αλλαγής τόπου διαμονής που βιώνουν πολλοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί.
Επιπλέον, ο OECD διακρίνει μεταξύ statutory salaries και actual salaries. Οι πρώτοι είναι οι νόμιμοι ή θεσμοθετημένοι μισθοί με βάση τα επίσημα μισθολογικά κλιμάκια, ενώ οι δεύτεροι αφορούν τις μέσες πραγματικές ετήσιες μικτές αποδοχές που λαμβάνουν οι εκπαιδευτικοί, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων και άλλων σχετικών πληρωμών. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί δείχνει ότι η διεθνής σύγκριση δεν είναι απλή μετατροπή νομίσματος, αλλά μια προσπάθεια αποτύπωσης της πραγματικής οικονομικής θέσης του εκπαιδευτικού.
Ακόμη κι έτσι, η θέση της Ελλάδας παραμένει δυσμενής. Το Greece Country Note 2025 του OECD επισημαίνει ότι οι πραγματικές αποδοχές των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα είναι 31% χαμηλότερες από τις αποδοχές εργαζομένων πλήρους απασχόλησης με τριτοβάθμια εκπαίδευση, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στον OECD είναι 17% χαμηλότερος. Με άλλα λόγια, οι εκπαιδευτικοί αμείβονται συχνά χαμηλότερα από άλλους πτυχιούχους και διεθνώς, όμως στην Ελλάδα η απόσταση αυτή είναι μεγαλύτερη.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν εξετάσουμε την εξέλιξη των αποδοχών στον χρόνο. Από το 2015 έως το 2024, οι πραγματικές μέσες αποδοχές των εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας στην Ελλάδα αυξήθηκαν μόλις 1,4%, ενώ στον μέσο όρο του OECD αυξήθηκαν κατά 14,6%. Αυτό δείχνει ότι η χώρα δεν έχει καλύψει ουσιαστικά το μισθολογικό κενό που δημιουργήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: το πρόβλημα των μισθών των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα δεν είναι μόνο μισθολογικό. Είναι ζήτημα εκπαιδευτικής πολιτικής.
Ενα δημόσιο σχολείο δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε αναλυτικά προγράμματα, πλατφόρμες, εγκυκλίους και αξιολογικά σχήματα. Στηρίζεται πρωτίστως στον άνθρωπο που βρίσκεται καθημερινά μέσα στην τάξη. Στον εκπαιδευτικό που καλείται να διδάξει, να παιδαγωγήσει, να διαχειριστεί κοινωνικές ανισότητες, μαθησιακές δυσκολίες, οικογενειακές πιέσεις, διοικητικές απαιτήσεις και συνεχείς αλλαγές.
Οταν το επάγγελμα γίνεται οικονομικά λιγότερο ελκυστικό, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Αφορά την ποιότητα του σχολείου, τη δυνατότητα προσέλκυσης νέων ανθρώπων στο επάγγελμα, τη σταθερότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και τελικά τις ευκαιρίες που δίνουμε στα παιδιά.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια σοβαρή συζήτηση για την Παιδεία, που δεν θα εξαντλείται σε τεχνικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται να απαντήσει με ειλικρίνεια στο ερώτημα αν θέλει ένα δημόσιο σχολείο που στηρίζεται στην αξιοπρέπεια, στη σταθερότητα και στην επαγγελματική προοπτική των ανθρώπων του.
Ο εκπαιδευτικός δεν είναι κόστος. Είναι επένδυση.
Και η αξιοπρεπής αμοιβή του δεν είναι προνόμιο. Είναι προϋπόθεση για ένα ισχυρό δημόσιο σχολείο.
Πηγές:
OECD, Education at a Glance 2025, Chapter D3, Table D3.1
OECD, Education at a Glance 2025: Greece Country Note
OECD Education GPS – Greece
Eurydice, Teachers’ and School Heads’ Salaries and Allowances in Europe






















