Το Λούβρο είναι κλειστό λόγω κλοπής και οι Αρχές έχουν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των δραστών, που έδρασαν αριστοτεχνικά, εκμεταλλεύθηκαν τα κενά σημεία της ασφάλειας, «τρύπωσαν» με τη βοήθεια ανυψωτικού γερανού από το μπαλκόνι της Γκαλερί του Απόλλωνα και με δισκοπρίονο έκλεψαν πολύτιμα κοσμήματα από τις προθήκες.

Οι τέσσερις δράστες διέφυγαν με σκούτερ, προσπαθώντας να βάλουν φωτιά στο ανυψωτικό έξω από το μουσείο. Ο συναγερμός τέθηκε σε εφαρμογή, τα πρωτόκολλα ενεργοποιήθηκαν, αλλά πλέον ήταν αργά… Σε βίντεο όπου καταγράφεται η ληστεία, οι μασκοφόροι εμφανίζονται ήρεμοι και συγκροτημένοι, ενώ σπάνε τις προθήκες με τα κοσμήματα.
Από την άλλη πλευρά, μία ομάδα ειδικά καταρτισμένου προσωπικού σε εγκλήματα τέχνης, που απαρτίζεται από τουλάχιστον 60 άτομα, έχουν επιφορτιστεί να συλλέξουν όλα τα στοιχεία και να εντοπίσουν τα κλοπιμαία και τους ενόχους. Μελετούν τις κάμερες ασφαλείας στο μουσείο, αλλά και σε όλο το Παρίσι, ενώ χαρτογραφούν τη διαδρομή προς το Λούβρο, όπως επίσης και τη διαφυγή. Η υπουργός Πολιτισμού, Ρασιντά Ντατί, περιέγραψε τους δράστες ως «φαινομενικά έμπειρους, με καλά προετοιμασμένο σχέδιο διαφυγής».
Οι αρμόδιοι θεωρούν πως το πιθανότερο σενάριο είναι οι δράστες να είχαν βοήθεια εκ των έσω, γνωρίζοντας τα «τρωτά» σημεία του κτιρίου και τον τρόπο που μπορούσαν να δράσουν ανενόχλητοι. Μάλιστα, επειδή είναι εξαιρετικά δύσκολο τα κλοπιμαία να πουληθούν ως ιστορικά κειμήλια, ίσως οι δράστες λειτούργησαν στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος με κατά παραγγελία «χτύπημα» από ιδιώτη-συλλέκτη.
Μιλώντας στο βρετανικό δίκτυο Sky News, ο ειδικός στην ανάκτηση έργων τέχνης ντετέκτιβ Αρθουρ Μπραντ υποστήριξε ότι για να ανακτήσει τα ανεκτίμητα κοσμήματα η γαλλική αστυνομία θα πρέπει να βρει τους ενόχους μέσα σε μόλις μία εβδομάδα. «Αυτά τα κοσμήματα του Στέμματος είναι τόσο διάσημα, που απλώς δεν μπορείς να τα πουλήσεις. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι ληστές είναι να λιώσουν το ασήμι και τον χρυσό, να τεμαχίσουν τα διαμάντια, να προσπαθήσουν να τα κόψουν. Ετσι, πιθανότατα, θα εξαφανιστούν για πάντα. Είναι ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον χρόνο», επεσήμανε.
Η ληστεία εγείρει σοβαρά ζητήματα για τα επίπεδα ασφάλειας που καλύπτουν τα γαλλικά έργα τέχνης, με κυριότερο το γιατί δεν ενεργοποιήθηκε άμεσα ο συναγερμός, την ώρα που οι κάμερες παρακολούθησης θεωρούνται ανεπαρκείς. Στο Τμήμα Ντενόν, όπου βρίσκονται τόσο η Γκαλερί του Απόλλωνα όσο και στην αίθουσα που φυλάσσεται η «Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο ντα Βίντσι, το ένα τρίτο των δωματίων δεν διαθέτουν κάμερες παρακολούθησης. Επιπρόσθετα, όπως τονίζεται, στο τμήμα Ρισελιέ, τα τρία τέταρτα των δωματίων δεν διαθέτουν εξοπλισμό βιντεοεπιτήρησης.
Μέσα σε πέντε χρόνια, μόνο 138 επιπλέον κάμερες έχουν εγκατασταθεί στο μουσείο. Μόλις πάνω από το ένα τρίτο των δωματίων διαθέτουν τουλάχιστον μία κάμερα, σημειώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο επίσης αποδοκιμάζει την έλλειψη βούλησης εκ μέρους της διοίκησης του μουσείου.
ΔΡΙΜΥ «ΚΑΤΗΓΟΡΩ»
Παραδοχή αποτυχίας και σφοδρές αντιδράσεις
«Το βέβαιο είναι αποτύχαμε»… Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Γαλλίας Ζεράλντ Νταρμανέν ήταν λακωνικός, αλλά αποκαλυπτικός όταν περιέγραψε το «Βατερλώ» στην ασφάλεια του μουσείου, εξηγώντας ότι «η κλοπή κοσμημάτων δίνει μια αρνητική εικόνα της Γαλλίας, καθώς υποδηλώνει αποτυχία των υπηρεσιών ασφαλείας».
Κατόπιν εορτής και αφού ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε, ο υπουργός Εσωτερικών, Λοράν Νουνιές, ανακοίνωσε πως θα αποστείλει οδηγία για την ενίσχυση του μηχανισμού ασφαλείας γύρω από τα πολιτιστικά ιδρύματα της χώρας. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από συνεδρίαση που είχε με την υπουργό Πολιτισμού, Ρασιντά Ντατί, όπως και με τους υπευθύνους των αστυνομικών υπηρεσιών, προκειμένου να εντοπιστεί τι λειτούργησε και τι πήγε στραβά.
Πάντως, η ληστεία του αιώνα έχει πυροδοτήσει σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις, καθώς, πέρα από τη μεγάλη απώλεια, πρόκειται για διασυρμό για τη χώρα. Μάλιστα, για «αφόρητη ταπείνωση για τη Γαλλία» έκανε λόγο ο αρχηγός της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης Ζορντάν Μπαρντελά, αναφερόμενος σε «αποσύνθεση του κράτους».
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξεκαθάρισε ότι γίνονται όλες οι απαραίτητες ενέργειες τόσο για τη σύλληψη των δραστών όσο και την ανάκτηση των κλοπιμαίων.
ΤΑ ΟΚΤΩ ΚΛΟΠΙΜΑΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗΣ ΑΞΙΑΣ


- Μία τιάρα και μία καρφίτσα που ανήκαν στην αυτοκράτειρα Ευγενία, σύζυγο του Ναπολέοντα Γ’.
- Ενα σμαραγδένιο περιδέραιο και ένα ζεύγος σκουλαρικιών της αυτοκράτειρας Μαρίας Λουίζας.
- Μία τιάρα, ένα περιδέραιο και ένα σκουλαρίκι από τη συλλογή ζαφειριών της βασίλισσας Μαρίας Αμελίας και της Ορτάνς.
- Μία καρφίτσα γνωστή ως «καρφίτσα-λειψανοθήκη».

ΧΡΟΝΙΚΟ
Οι κλοπές που έγραψαν ιστορία
«Μόνα Λίζα» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Μουσείο Λούβρου, 1911: Ο Βιντσέντζο Περούτζια, πρώην υπάλληλος του Λούβρου, κρύφτηκε μέσα στο μουσείο και έφυγε κρατώντας τη Μόνα Λίζα κάτω από το παλτό του. Δύο χρόνια αργότερα το αριστούργημα του Λεονάρντο ντα Βίντσι ανακτήθηκε στη Φλωρεντία, κατά την προσπάθεια του Περούτζια να πουλήσει τον πίνακα.
«Ιάκωβος ντε Γκέιν Γ’» του Ρέμπραντ, Πινακοθήκη Ντάλγουιτς, 1966, 1973, 1981, 1983: Σε μία από τις πιο παράξενες περιπτώσεις κλοπής έργων τέχνης, ο πίνακας «Ιάκωβος ντε Γκέιν Γ’» του Ρέμπραντ έχει γίνει ένας από τους πιο συχνά κλεμμένους πίνακες στη σύγχρονη Ιστορία. Ο πίνακας εκλάπη από την Πινακοθήκη Ντάλγουιτς του Λονδίνου το 1966 μαζί με άλλα δύο έργα και στη συνέχεια εκλάπη ξανά το 1973, το 1981 και το 1983. Σήμερα, το πορτρέτο εκτίθεται στο μουσείο.
Ληστεία στο Μουσείο Isabella Stewart Gardner, Βοστόνη, 1990: Εχει χαρακτηριστεί ως η μεγαλύτερη ληστεία έργων τέχνης στην ιστορία των ΗΠΑ, καθώς η κλοπή 13 έργων από το Μουσείο Isabella Stewart Gardner της Βοστόνης παραμένει ανεξιχνίαστη. Το πρωί της 18ης Μαρτίου 1990, δύο άνδρες μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς κατάφεραν να εισβάλουν στο μουσείο και έκλεψαν έργα των Ρέμπραντ, Βερμέερ, Ντεγκά και Μανέ, τα οποία δεν ανακτήθηκαν ποτέ.
Ληστεία στο Μουσείο Βαν Γκογκ, Αμστερνταμ, 2002: Δύο πίνακες αφαιρέθηκαν από κλέφτες που χρησιμοποίησαν σκάλα και βαριοπούλες για να εισβάλουν στο Μουσείο Βαν Γκογκ του Αμστερνταμ το 2002. Οι πίνακες βρέθηκαν από την ιταλική αστυνομία και ανακτήθηκαν από τη Μαφία της Νάπολης, ενώ επιστράφηκαν στο μουσείο το 2016

