Τέσσερα χρόνια μετά τη συμφωνία της κεντροδεξιάς με τους «Σουηδούς Δημοκράτες», η Σουηδία προσέρχεται στις κάλπες με την ακροδεξιά να έχει εδραιώσει την πολιτική της επιρροή.
Το κόμμα του Τζίμι Άκεσον παραμένει κοντά στο 20% στις δημοσκοπήσεις και εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η αναμέτρηση της Κυριακής σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Deutsche Welle, αναμένεται να δείξει αν η νέα πολιτική πραγματικότητα της χώρας θα παγιωθεί ή αν οι Σοσιαλδημοκράτες μπορούν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Το «Τείχος της Δημοκρατίας» έπεσε στη Σουηδία ήδη από τον Οκτώβριο του 2022. Τότε, οι Χριστιανοδημοκράτες, οι «Μετριοπαθείς» και οι Φιλελεύθεροι συμφώνησαν με τους «Σουηδούς Δημοκράτες», όπως αποκαλείται το ακροδεξιό κόμμα της χώρας, σε μια ευρεία «μεταρρυθμιστική ατζέντα». Οι «Σουηδοί Δημοκράτες» είχαν καταλάβει τη δεύτερη θέση στις εκλογές, συγκεντρώνοντας 20,5% των ψήφων, πίσω από τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι είχαν λάβει 30,3%. Παρά την πρωτιά τους, οι Σοσιαλδημοκράτες δεν διέθεταν τις απαραίτητες συμμαχίες για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Το κεντροδεξιό στρατόπεδο κατάφερε έτσι, με την ανοχή των «Σουηδών Δημοκρατών», να σχηματίσει κυβέρνηση με οριακή πλειοψηφία 178 εδρών έναντι 173 της αντιπολίτευσης. Στην πράξη, το κόμμα του Τζίμι Άκεσον απέκτησε καθοριστικό ρόλο στη νομοθετική διαδικασία. Χωρίς τις ψήφους του, σημαντικά νομοσχέδια και αποφάσεις δεν θα μπορούσαν να εγκριθούν από τη Βουλή.
Εκλογές χωρίς ξεκάθαρο φαβορί
Η συμμετοχή των «Σουηδών Δημοκρατών» στη διακυβέρνηση δεν οδήγησε στην πολιτική αποδυνάμωση της Ακροδεξιάς, όπως είχαν εκτιμήσει ορισμένοι. Αντίθετα, το κόμμα του Άκεσον εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρή εκλογική βάση και, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αναμένεται να κινηθεί και πάλι γύρω στο 20%. Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι «Σουηδοί Δημοκράτες» κατάφεραν την τελευταία τετραετία να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό την πολιτική ατζέντα της χώρας. Οι Σοσιαλδημοκράτες επιχειρούν τώρα να αλλάξουν τις προτεραιότητες της προεκλογικής συζήτησης, χωρίς ωστόσο να διαφοροποιούνται αισθητά στο μεταναστευτικό, όπου και οι ίδιοι έχουν υιοθετήσει μια πιο αυστηρή στάση.
Το μεταναστευτικό παραμένει η αιχμή του δόρατος για το κόμμα του Άκεσον
Τον περασμένο Αύγουστο, κάτοικοι της δυτικής Σουηδίας είδαν σε δημοτικά λεωφορεία το σύνθημα: «Σου λείπει το Μογκαντίσου; Η επιχορήγηση επιστροφής θα σε βοηθήσει να γυρίσεις σπίτι». Το μήνυμα απευθυνόταν σε Σομαλούς εργαζόμενους που ζουν στη χώρα. Η συγκεκριμένη καμπάνια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Περίπου 20 οδηγοί λεωφορείων σομαλικής καταγωγής δήλωσαν ασθένεια τις επόμενες ημέρες, εκφράζοντας φόβους για πιθανές επιθέσεις εναντίον τους. Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα «Remigration», προσφέροντας οικονομική ενίσχυση έως και 30.000 ευρώ σε όσους επιθυμούν να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Σάλο προκάλεσε, πάντως, το γεγονός ότι σχετικές επιστολές έλαβαν ακόμη και παιδιά μεταναστών που ζουν και εργάζονται μόνιμα στη Σουηδία εδώ και χρόνια.
Μπροστά οι Σοσιαλδημοκράτες
Οι Σοσιαλδημοκράτες εξακολουθούν να προηγούνται στις δημοσκοπήσεις, με ποσοστά μεταξύ 26% και 28%. Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά είναι χαμηλότερα από εκείνα του 2022 και ενδέχεται να οδηγήσουν το κόμμα σε ένα από τα χειρότερα εκλογικά αποτελέσματα της τελευταίας εκατονταετίας. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια χώρα όπου οι Σοσιαλδημοκράτες υπήρξαν επί δεκαετίες η κυρίαρχη πολιτική δύναμη και το σουηδικό κοινωνικό μοντέλο αποτέλεσε πρότυπο για πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η πρόεδρός τους, Μαγκνταλένα Άντερσον, ελπίζει σε μια οριακή πλειοψηφία του στρατοπέδου της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς. Εκτιμά ότι η κυβερνητική πολιτική, ιδιαίτερα στον κοινωνικό τομέα, έχει προκαλέσει αντιδράσεις και ότι η σημερινή κυβερνητική σύνθεση δύσκολα θα μπορέσει να συνεχιστεί με την ίδια μορφή. Η Άντερσον επιχείρησε, παράλληλα, να ανοίξει τον δρόμο για μετεκλογικές συνεργασίες, απευθύνοντας μήνυμα διαλόγου προς όλα τα κόμματα, με εξαίρεση τους «Σουηδούς Δημοκράτες». Το κεντρικό μήνυμά της είναι η «συνοχή». Στο προεκλογικό της πρόγραμμα υποστηρίζει ότι, σε δύσκολες περιόδους, οι Σουηδοί πρέπει να παραμείνουν ενωμένοι και απορρίπτει την αντίληψη ότι η χώρα είναι διχασμένη ή ότι οι πολίτες πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά ανάλογα με την καταγωγή, τη θρησκεία ή το φύλο τους. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ότι αρκετές από τις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των πολιτικών κομμάτων έχουν αμβλυνθεί. Στο πολυκομματικό σουηδικό πολιτικό σκηνικό, ζητήματα που άλλοτε αποτελούσαν βασικές ιδεολογικές διαφορές έχουν πλέον μετακινηθεί σε πιο συγκλίνουσες θέσεις. Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος διάλογος επηρεάζεται σημαντικά από την άνοδο της ακροδεξιάς ρητορικής. Ένα από τα πεδία στα οποία καταγράφεται ευρύτερη πολιτική συμφωνία είναι η προστασία των συνόρων, ιδιαίτερα μετά την απόφαση της Σουηδίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Η μάχη για το κοινωνικό κράτος
Η Μαγκνταλένα Άντερσον επιχειρεί να προσεγγίσει τους ψηφοφόρους επαναφέροντας στο προσκήνιο παραδοσιακά ζητήματα της σοσιαλδημοκρατικής ατζέντας. Στο επίκεντρο βρίσκονται η δωρεάν ή οικονομικά προσιτή υγειονομική και φαρμακευτική περίθαλψη, οι περιορισμοί στην αγορά ενοικίων, η προστασία των συντάξεων και η αντιμετώπιση της ανεργίας, η οποία παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Ως πρώην υπουργός Οικονομικών, η Άντερσον θεωρείται ότι διαθέτει την απαραίτητη οικονομική αξιοπιστία για να υποστηρίζει πως η Σουηδία μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος. Κατά την ίδια, η προϋπόθεση είναι να αλλάξει η κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής και να μην αποτελεί βασική προτεραιότητα η περαιτέρω φορολογική ελάφρυνση των υψηλότερων εισοδημάτων. Πρόκειται για μια πολιτική που, όπως υποστηρίζει, χαρακτήρισε τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών. Η κάλπη της Κυριακής θα κρίνει, μεταξύ άλλων, αν οι Σοσιαλδημοκράτες μπορούν να ανακτήσουν μέρος της παραδοσιακής τους επιρροής ή αν οι «Σουηδοί Δημοκράτες» θα επιβεβαιώσουν ότι η Ακροδεξιά έχει πλέον εδραιωθεί ως μία από τις σημαντικότερες και καθοριστικές δυνάμεις της σουηδικής πολιτικής σκηνής.
